The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ετικέτα: Requiem for a Dream

  • Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Πολλές συζητήσεις για τις συγκεκριμένες ταινίες και για το πως εν τέλει αποτυπώνεται το ζήτημα των εξαρτήσεων στη μεγάλη οθόνη. Έχουν ο ταινίες εκπαιδευτικό χαρακτήρα ή απλά έχουν ως σκοπό την αποτύπωση μιας εκάστοτε ρεαλιστικής (ή μη) κατάστασης; Ας μιλήσουμε όμως για αυτές λίγο πιο αναλυτικά.

    Στο “Requiem for a Dream” (2000) του Darren Aronofsky παρατηρούμε εν τάχει την παράλληλη καθημερινότητα τριών βασικών χαρακτήρων της Μάριον (Jennifer Connelly), του Χάρυ (Jarred Leto) και της μητέρας του (Ellen Burstyn), με κεντρικό άξονα το ζήτημα των εξαρτήσεων γενικότερα και όχι καθαρά των κλασσικών ναρκωτικών ουσιών. Η μητέρα του Χάρυ, ζώντας μόνη σε ένα διαμέρισμα μιας υποβαθμισμένης περιοχής μεταθέτει την κάθε ελπίδα της για χαρά ή πληρότητα από την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία του γιού της στο να εμφανιστεί στο αγαπημένο της τηλεπαιχνίδι. Προκειμένου να το πετύχει καταλήγει σε αμφίβολης ποιότητας χάπια αδυνατίσματος τα οποία καταναλώνει εμμονικά σε υπερβολικές δόσεις καταλήγοντας σε οπτικοακουστικές παραισθήσεις, πολλαπλές κρίσεις και  ψυχωτικά επεισόδια. Η Μάριον από την άλλη, ο χαρακτήρας που για ορισμένους λόγους σοκάρει τους  περισσότερους θεατές της ταινίας που έχω γνωρίσει, έχει όνειρο να χαράξει τη δική της πορεία στη μόδα ανοίγοντας το δικό της μαγαζί με ρούχα και να ζήσει με τον Χάρυ, ο οποίος τρελά ερωτευμένος μαζί της ονειρεύεται να ζήσουν μαζί κάπου μακριά από την υποβάθμιση της περιοχής τους και τις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει. Ο Χάρυ, στην προσπάθειά του να φύγει με την Μάριον, χρησιμοποιεί το εμπόριο ηρωίνης ως τρόπο να αποκτήσει γρήγορα χρήματα, κάνοντας παράλληλα χρήση μαζί με την κοπέλα του. Οι δύο τους καταλήγουν σε ακραίες και βίαιες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές προκειμένου να αποκτήσουν άλλη μια δόση, και το όνειρο του καθενός από τους ήρωες σβήνει απότομα… Η ταινία με την υπέροχη μουσική επιμέλεια και το καινοτόμο μοντάζ έκανε μεγάλο ντόρο όταν προβλήθηκε και οδήγησε πολλούς επισκέπτες της αίθουσας στο να βγαίνουν με ανακατεμένο στομάχι και βουρκωμένα μάτια. Παρόλα αυτά, η άποψή μας  είναι ότι η ταινία  εστίασε υπερβολικά σε αυτό, στο να προκαλέσει στον θεατή εκτεταμένο σοκ, μεταχειρίζοντας τους χαρακτήρες της ακραία τιμωρητικά έως και μη ρεαλιστικά, μη δίνοντας βάση στα στάδια της εξάρτησης και απλά αφήνοντας την εγωιστική επίγευση «κοίτα που φτάνει ο άνθρωπος για μια μαλακία, ευτυχώς που εγώ δεν βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση». Και με αυτό ας πάμε στη δεύτερη ταινία μελέτης που ίσως μας δίνει κάτι περισσότερο.

    Το “Breaking Bad” (2008) του Vince Gilligan με πρωταγωνιστή τον  Bryan Cranston για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού θεωρείται η καλύτερη τηλεσειρά  όλων των εποχών, κατέχει τεράστια εισπρακτική επιτυχία και εκατομμύρια fans παγκοσμίως. Η ιστορία του λίγο γλυκούλη και αρκετά βαρετού καθηγητή χημείας στο New Mexico που ξεκινά να παρασκευάζει και να πουλά  κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη μόλις μαθαίνει ότι πάσχει από καρκίνο, στην προσπάθειά του να μην αφήσει την οικογένειά του στον δρόμο απ’ό,τι φαίνεται  συγκλόνισε τον πλανήτη. Τι είναι όμως αυτό που έκανε τον κύριο Γουάιτ τόσο επιτυχημένο; Πέρα από το συγκλονιστικό cast, την χρήση των ευρυγώνιων φακών, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, το όλο νόημα της σειράς έγκειται στην ανεπανάληπτη και ευφυέστατη εξέλιξη χαρακτήρων. Αν και η ταινία βρίθει στοιχείων western και ganster movie, το κεντρικό νόημα είναι ένα, ο τρόπος με τον οποίο τα χρήματα και η  εξουσία που τα συνοδεύει αλλάζουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο και τα άτομα που το περικλείουν. Αν και παίρνουμε τη δικαίωσή μας όταν ο κύριος Γουόλτ παραδέχεται ότι όσα έκανε σε πέντε κύκλους δεν τα έκανε για την οικογένειά του αλλά για τον ίδιο, για να τονώσει την όποια αυτοπεποίθηση του είχε απομείνει ή το white male straight privilege το οποίο δεν εκδήλωσε ποτέ πριν, μένουμε ξανά με ένα παράπονο. Προφανώς βλέπουμε έντονη επικριτικότητα στο σύστημα καρτέλ ναρκωτικών το οποίο στηρίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες και συγκαλύπτεται από μεγάλους ομίλους εταιρειών, όμως που είναι ο κρατικός μηχανισμός που επίσης το στηρίζει και το συντηρεί με την αιτιολογία ότι η Δίωξη Ναρκωτικών κάνει πάντα καλά τη δουλειά της και «προστατεύει» την κοινωνία από την μάστιγα των ναρκωτικών; Πού είναι οι λόγοι που οδηγούν έναν άφραγκο καθηγητή χημείας να πουλήσει μεθ πέρα από την προσωπική του έπαρση; Πού είναι οι λόγοι που δεν του επιτρέπουν να έχει χρήματα για χημειοθεραπείες ή για τα πανεπιστημιακά δίδακτρα του παιδιού του; Εμείς δεν γνωρίζουμε, απλώς υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι ο Walter White η βάση του προβλήματος…

    Τελευταίο αφήσαμε το “Trainspotting” του Danny Boyle τον λόγο για τον οποίο επιλέξαμε να γράψουμε για αυτό το θέμα, καθώς σε λίγες μέρες είναι η επέτειος της πρώτης προβολής του στις ελληνικές αίθουσες, τον Οκτώβριο του 1996, η οποία προβολή, για όσους δεν γνωρίζουν, ήταν κάπως  επεισοδιακή. Η ταινία σπάει ταμεία σε αίθουσες της Αμερικής και της Ευρώπης, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις συντηρητικών με την κατηγορία ότι «προκαλεί τους νέους να σπεύσουν στη χρήση ναρκωτικών». Στην Ελλάδα μας λοιπόν η πρώτη άτυπη προβολή έγινε με την παρουσία του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου και έξι αστυνομικών…τόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα αλλά τι να μας κάνει εντύπωση τη στιγμή που 30 χρόνια μετά εκλεγμένος βουλευτής θεωρεί ότι δικαιούται να βεβηλώσει έργα της Εθνικής Πινακοθήκης. Η ανωτερότητα της τέχνης σε σχέση με την ανθρώπινη βλακεία δεν είναι δυστυχώς εύκολο να γίνει κατανοητή… Το 1996 λοιπόν περιμέναμε τον εισαγγελέα να εγκρίνει αν μπορεί ο κόσμος να δει μια ταινία. Ευτυχώς για το Trainspotting όλη αυτή η φασαρία πολλαπλασίασε τον κόσμο που προσήλθε στις αίθουσες  και η ταινία έκανε φυσικά πάταγο και στην Ελλάδα. Γιατί όμως την ξεχωρίζουμε από τις υπόλοιπες; Πέρα από την τολμηρότητα, την νεανικότητα, το ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ soundtrack, το πνεύμα νεανικής ελευθερίας και  περιέργειας που εκπέμπει όχι προς τις ουσίες αλλά προς την ενηλικίωση, μαγνητίζει από την πρώτη στιγμή, από τα πρώτα λόγια: “Choose a life, choose a job, choose a career, choose a family, choose a fucking big television, choose washing machines, cars, compact disc players and electrical tin openers,…choose good health, choose a starter home, choose your  friends, choose your future, choose life!”. Ανάμεσα στις τρεις, την θεωρούμε μακράν την πιο επαναστατική, όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά αποτυπώθηκε  στον φακό η καθαρή χρήση ουσιών χωρίς illustration και φανταχτερό χαρακτήρα, όχι μόνο για  την μουσική και τον Ewan  McGregor, την σκωτσέζικη essence, όχι για το κάφρικο χιούμορ αλλά γιατί πραγματικά ήταν μια εικόνα αντίστασης στο κατεστημένο. Η γενιά από την οποία περιμένουν όλοι τόσα πολλά κι όμως δεν έχει να δώσει τίποτα, θέλει απλά να αναζητήσει την ταυτότητά της, να καλύψει το κενό που της άφησαν άλλοι και τώρα την κατηγορούν που  δεν είναι ικανή να το καλυψει. Δεν πιστεύουμε ότι ηρωοποιεί τα ναρκωτικά αλλά ότι δείχνει πως αφορούν τους πάντες, ακόμα και την παρέα της διπλανής πόρτας, ότι δεν είναι απλά ανία αλλά κοινωνικό φαινόμενο και καταφύγιο για ορισμένους ανθρώπους. Κάτι τελευταίο που οφείλουμε να δώσουμε στο «Trainspotting» είναι το γεγονός ότι, έστω και με αμυδρό τρόπο, θίγει το θέμα της θεραπείας και της επανένταξης όχι μαστιγώνοντας τους χαρακτήρες του αλλά κατανοώντας τους. Η ταινία αυτή έγινε καθρέφτης της νεολαίας όχι σαν ένα πάρτι ηρωίνης αλλά σαν μια ένδειξη οργής και αγανάκτησης για τις επιτηδευμένες προσδοκίες των προηγούμενων γενιών, για κατάλοιπα της βρετανικής κοινωνίας στη μεταθατσερική περίοδο που χτύπησαν βαρυά περιοχές όπως η Σκωτία με εκτεταμμένη ανεργία, εξαθλίωση και περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων. Ήταν η κραυγή μιας «χαμένης γενιάς» η οποία ακόμα δεν ξέρουμε αν έχει βρει τον δρόμο της…

    Συνοψίζοντας, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, η δουλειά του κινηματογράφου είναι η εκπαίδευση μέσω αποτύπωσης και μυθοπλασίας, όχι η διδασκαλία απαραίτητα, όπως ίσως στα ντοκιμαντέρ. Η ταινία ή η σειρά απαιτεί ερμηνεία, συζήτηση και στοχασμό τα οποία ίσως κάποτε αλλάξουν και την κοινωνία…