The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ετικέτα: Πολιτισμός

  • Ο ταλαντούχος, μαλάκας Ozzy Osbourne

    Ο ταλαντούχος, μαλάκας Ozzy Osbourne

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Δεν είναι πολλές οι φορές που ένας άνθρωπος ο οποίος, με τον τρόπο του, έγραψε μία ιστορία την οποία υιοθέτησαν εκατομμύρια άνθρωποι ανά τη γη, Φεύγει από τη ζωή. Πιθανότατα ο τίτλος Ενοχλεί όχι μόνο τους θαυμαστές αλλά και αυτούς που κατέκριναν τον Ozzy Osbourne. Από την Τετάρτη, δηλαδή την ημέρα που ο 76χρονος πρίγκιπας του σκότους έφυγε από τη ζωή ,μέχρι και σήμερα έχει «ανοίξει» ένας τεράστιος διάλογος σε πλατφόρμες social media για τον Ozzy Osbourne ως άνθρωπο, ως καλλιτέχνη και ως… μαλάκα.

    Πράγματι ο άνθρωπος που επί της ουσίας ίδρυσε την heavy metal δεν ήταν το πρότυπο ενός φιλάνθρωπου και ηθικού ανθρώπου. Ανά διαστήματα ενέργειες, πράξεις και δηλώσεις του καλλιτέχνη τον έκαναν απωθητικό σε ανθρώπους οι οποίοι πάλευαν για Αρχές όπως η ειρήνη, η ισότητα, η αγάπη, η ελευθερία. Πράγματι ο Ozzy δεν φαίνεται να καιγόταν για την γενοκτονία στη Γάζα ή για τις ανθρωπιστικές κρίσης ανά τον πλανήτη αλλά περισσότερο για την δική του καλοπέραση. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να γίνει ξεκάθαρο κάτι βασικό και επίκαιρο το οποίο απασχολεί συνεχώς την πλανητική κοινωνία. Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε ζητήματα ανθρωπιστικής κρίσης υπάρχουν τρεις δρόμοι. Ο ένας είναι ο δρόμος της δράσης και του αγώνα, ο άλλος, αυτός της παθητικότητας και τέλος ο δρόμος του λάθους. Μπορεί να φαίνεται ακραίο αλλά ο δρόμος της παθητικότητας είναι πολύ πιο επικίνδυνος και πολύ πιο ύπουλος από το δρόμο του λάθους και αυτό γιατί οι εξελίξεις προχωράνε και η παθητικότητα δεν εμπεριέχει ενέργεια μέσα της – όχι μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά – δηλαδή απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις και αποδέχεται τα αποτελέσματα τους δηλώνοντας… αθώα.

    Εδώ τίθεται και ένα άλλο ερώτημα· Διαχωρίζεται ο καλλιτέχνης από το έργο του; ή αλλιώς είναι άλλος ο άνθρωπος κι άλλος ο καλλιτέχνης Ozzy Osbourne; Καθώς η ερώτηση δεν μπορεί -κατά την ταπεινή μου γνώμη- να έχει μία τεκμηριωμένη απάντηση ας γυρίσουμε πίσω στο πρώτο σκέλος του ζητήματος. Ο καθένας λαμβάνει τις αποφάσεις του και ακολουθεί τη δική του πορεία στην ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα δεχθεί κριτική, τουναντίον η πλανητική κριτική θα έχει τον τελευταίο λόγο για την δική του σελίδα στην ιστορία, ωστόσο το θέμα παραμένει στο ζήτημα του πως διεξάγεται αυτή η κριτική. Βασικό λάθος της σύγχρονης εποχής των social media και του μικρού attention span είναι το «τσουβάλιασμα».

    Δε γίνεται μαζί με τα ξερά να καίμε και τα χλωρά και μιλώντας ξεκάθαρα για το συγκεκριμένο ζήτημα δε γίνεται μαζί με το χαρακτήρα και τις μαλακίες του Ozzy να ακυρώνουμε και το τεράστιο μουσικό έργο που έχει προσφέρει. Για όλα αυτά Τα πολλά και ίσως απέριττα, ο τίτλος τα καλύπτει όλα «Ο ταλαντούχος, μαλάκας Ozzy Osbourne».

    Υγ. Rest in peace ή Rest in piss

  • Για να γελάσετε: Καλλιτεχνικές προτάσεις που θα σας διασκεδάσουν

    Για να γελάσετε: Καλλιτεχνικές προτάσεις που θα σας διασκεδάσουν

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Τα τελευταία χρόνια το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι στη χώρα μας διέπεται μια σοβαρότητα. Ακόμα και οι ξεκάθαρα εμπορικές παραγωγές δεν το προσπαθούν στην κωμωδία. Επιλέγουν το σαπουνοπεριζέ και το μελό. Αυτό, βέβαια, δεν προτάσσεται σε κάποια επιθυμία του κοινού, καθώς όλοι νοσταλγούν τις παλιές κωμωδίες και ανατρέχουν σε αυτές. Αποτέλεσμα αυτού το να καθόμαστε όλοι και να αναφωνούμε από τα έγκατα του φωνητικού μας συστήματος ένα βροντερό “δεν γίνονται πράγματα σήμερα”.
    Ε, όχι λοιπόν! Γίνονται προσπάθειες! Και σήμερα θα δούμε τις καλύτερες κωμωδίες στον χώρο της τέχνης.

    Βιβλίο: Της Χούντας το Πουλί, Αύγουστος Κορτώ

    Το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα. Αποτελεί μία πετυχημένη προσπάθεια σάτιρας προς την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών και τον τρόπο που λειτουργούσε τότε το κράτος και το σύστημα. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την Αννίτσα, μία γιαλαντζί μέντιουμ και προσωπική χαρτορίχτρα της Δέσποινας Παπαδοπούλου, η οποία βρίσκει στο μαξιλάρι της ένα πρωί το μόριο του δικτάτορα. Κι όπως αναφέρει και ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο: της Χούντας το πουλί, ποιος τολμάει να το πιάσει;

    Θέατρο: Το Πάρτυ της Ζωής Μου, Θέατρο Διάνα


    Η Ελένη Ράντου γράφει και παίζει και ο Ανέστης Αζάς σκηνοθετεί. Επί σκηνής οι μουσικοί Μιρέλλα Πάχου και Αλέξανδρος Ιακώβου. Στον συγκεκριμένο μονόλογο, η ηρωίδα ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής της και περιγράφει τα σημαντικά γεγονότα της ζωής της άλλοτε με έντονη κωμικότητα και άλλοτε με ωμό ρεαλισμό που προκαλεί συγκίνηση. Μια παράσταση που θα σας κάνει να κλάψετε, και από τα γέλια και από τη συγκίνηση. Την συνιστώ ανεπιφύλακτα.

    Σειρά: Στα τέσσερα, ΑΝΤ1+

    Ο Θέμης Γκύρτης δημιούργησε μία σειρά – ορόσημο για την Ελληνική τηλεόραση… Την Ελληνική πλατφόρμα, μάλλον! Η ιστορία μας αποτελεί μια αφήγηση της ζωής της Γεωργίας (Γεωργία Κάλτση), η οποία είναι ανάπηρη, καθηλωμένη σε αμαξίδιο και έχει
    περάσει τα τριάντα. Συνεπώς, αποφασίζει να φύγει από το σπίτι της και να ζήσει μόνητης. Σχεδόν. Η σειρά αποτελεί μια τρυφερή και κωμική ματιά απέναντι στα ανάπηρα άτομα με υπέροχο cast (Ιωάννα Μαυρέα, Ειρήνη Μπούκλη, Δημήτρης Κίτσος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης).

    Σινεμά: Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, Πέδρο Αλμοδόβαρ

    Δεν έχω ιδέα πως έγινε αυτή η μαζική προβολή της συγκεκριμένης ταινίας στα θερινά της Αθήνας, αλλά πολύ μου αρέσει. Η συγκεκριμένη ταινία είναι ξεκαρδιστική και η αισθητική της εξυψώνει τον άνθρωπο που την παρακολουθεί. Υπόθεση: Η Πέπα (Κάρμεν Μάουρα), μια τηλεοπτική ηθοποιός, μόλις έχει χωρίσει από τον Ιβάν (Φερνάντο Γκιγιέν) και βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Στο σπίτι της καταλήγει η Καντέλα (Μαρία Μπαράνκο), μία φίλη της που θέλει να αποφύγει τον νέο εραστή της. Ξαφνικά στο σπίτι της μαζεύονται ο γιος του Ιβάν, ο Κάρλος (Αντόνιο Μπαντέρας), μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, τη Μαρίσα (Ρόσι Ντε Πάλμα), αλλά και η πρώην του Ιβάν, Λουθία (Χουλιέτα Σεράνο).
    Και αυτές είναι οι δικές μου προτάσεις. Σας φιλώ και καλά γέλια!

  • Viva la palestina

    Viva la palestina

    ΑφιέρωσεΤο

    Το εβδομαδιαίο «αφιέρωσε το» δεν θα μπορούσε να πραγματεύεται κάτι άλλο , πέρα άπο την γενοκτονία των παλαιστινιών άπο το κράτος-δολοφόνο Ισραήλ. Βέβαια το συμβάν αυτό δεν συμβαίνει μόνο αυτή τη βδομάδα, αλλά άπο το 1948. 

    Ποιοί μπορούν να μιλήσουν καλύτερα για αυτό το έγκλημα, άπο τους ίδιους τους παθόντες; Κανεις. 

    Ο ποιήτής του παρακάτω ποιήματος, λοιπόν, είναι ο παλαιστίνιος Ταουφίκ Ζαγιάντ.

    Πάνω στον κορμό της ελιάς

    Επειδή δεν πλέκω με νήματα
    και κάθε μέρα περιμένω ένταλμα συλλήψεως
    επειδή το σπίτι μου κάθε μέρα
    περιμένει επίσκεψη της αστυνομίας
    για έρευνα- σάρωμα,
    επειδή δε μπορώ ν’ αγοράσω χαρτί
    θα χαράξω αυτά που τραβάω
    τα μυστικά μου όλα θα χαράξω
    πάνω στον κορμό μιας ελιάς
    στην αυλή του σπιτιού μου.

    Θα χαράξω την ιστορία μου
    τις πράξεις της τραγωδίας
    τους αναστεναγμούς για τα περβόλια
    κι όλα τα αχ πάνω στους τάφους των προγόνων μου.
    Θα χαράξω
    την κάθε πίκρα που γεύτηκα
    την πίκρα που με το ‘να δέκατο
    απ’ τη μελλούμενη ευτυχία θα σβήσει.

    Θα χαράξω όλα τα στοιχεία
    του κάθε χωραφιού που αρπάχτηκε
    του χωριού μου τα σύνορα
    τα σπίτια των ανθρώπων που ανατινάχτηκαν
    τα δέντρα μου που ξεριζώθηκαν
    τα’ αγριολούλουδα που πατήθηκαν
    τα ονόματα εκείνων που το μάσημα των νεύρων μου το ‘κάμαν τέχνη
    τα ονόματα των φυλακών
    το είδος κάθε χειροπέδης που μου μάγκωσε τα χέρια
    τις μορφές των δεσμοφυλάκων
    και τις βρισιές
    που μού ‘ριξαν κατάμουτρα.

    Θα χαράξω,
    Κάφρου Κάσεμ δε σε ξεχνώ
    Θα χαράξω,
    Ντερ Γιασίν ρίζωσε μέσα μου η θύμησή σου.
    Θα χαράξω
    φτάσαμε στο κορύφωμα της τραγωδίας
    μας μάσησε, τη μασήσαμε, μα φτάσαμε.

    Όσα μου λέει ο ήλιος θα χαράξω
    όσα μου λέει το φεγγάρι
    κι όσα λαλεί ο κορυδαλλός που κάθεται
    σε τούτο το πηγάδι που οι δικοί του έχουν μισέψει.

    Για να θυμούμαι θα χαράξω πάντα
    της τραγωδίας όλες τις πράξεις και τις φάσεις
    όλης της συμφοράς
    πάνω στον κορμό μιας ελιάς
    στην αυλή του σπιτιού μου.

    Αντίστοιχα, ο πίνακας αυτής τής βδομάδας ανήκει σε  Παλαιστίνιο καλλιτέχνη και συγκεκριμένα στον Malak Mattar άπο την συλλογή του « Σύγχρονα έργα άπο την Γάζα» και κοσμεί την κεντρική φωτογραφία του θέματος.

    Τέλος, το τραγούδι μας ειναι το «Leve Palestina», ένα παλαιστινιακό- σουηδικό τραγούδι, που έγινε viral το 2023 ως παγκόσμιο σύνθημα αλληλεγγύης για την γενοκτονία στη Γάζα.

  • 54 καλοκαίρια χωρίς τον Τζιμ Μόρισον!

    54 καλοκαίρια χωρίς τον Τζιμ Μόρισον!

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    “There are things known and things unknown and in between are the doors.”

    (Υπάρχουν πράγματα γνωστά και άγνωστα και ανάμεσα τους βρίσκονται οι πόρτες) δήλωσε ο πασίγνωστος frontman του συγκροτήματος The Doors, Jim Morrison πριν πολλά πολλά χρόνια…

    Ο Τζέιμς (Ντούγκλας) Μόρισον ή απλώς Τζιμ Μόρισον γεννήθηκε στις 8 του Δεκέμβρη το 1943 στην Φλόριντα των Η.Π.Α και σπούδασε κινηματογράφο στο UCLA, λίγο πριν έρθει η μουσική ως επάγγελμα στην ζωή του. Από μικρός βέβαια έδειχνε την αδυναμία του στις τέχνες, ιδιαίτερα για την ποίηση των Αρθούρου Ρεμπώ και Τζακ Κέρουακ.

    Το 1965 σχηματίζει τους «The Doors» μαζί με τον Rey Manzarek, τον «πληκτρά» του συγκροτήματος. 

    Δημιουργούν από το μηδέν μια μπάντα σύμβουλο τόσο για την μουσική βιομηχανία όσο και για όλους τους φανς, μικρούς και μεγάλους! Η μουσική τους κυμαίνεται ανάμεσα σε ροκ ποίηση και ψυχεδελικό υπαρξισμό, μπλουζ, τζαζ και καμπαρέ κομμάτια αφιερωμένα στην εκάστοτε μούσα του Μόρισον! Αργότερα εντάχθηκαν στο σχήμα, ο Ρόμπι Κρίκετ (κιθάρα) και ο Τζον Ντένσμορ (ντραμς). 

    Το όνομα τους, είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του Άλντους Χάξλεϊ «The Doors of Perception», που με τη σειρά του εμπνεύστηκε από έναν στίχο του Ουίλιαμ Μπλέικ!

    Παρόλο την μικρή -χρονικά- δράση και παρουσία τους στον χώρο της μουσικής (αφού ο Μόρισον φεύγει από την ζωή αιφνίδια), οι Doors κατάφεραν να μαγνητίσουν οποιονδήποτε ακροατή της μουσικής τους! 

    Κάθε φορά που εμφανίζονταν για να τραγουδήσουν, έδιναν και μια νέα παράσταση! Ο Τζιμ, δεν τραγουδούσε απλώς, εκστασιάζονταν και ζούσε την μουσική που έβγαινε από μέσα του, σε άλλη διάσταση! Κάθε σκηνική τους παρουσία και μια εμπειρία ζωής! 

    Κάθε λαιβ και μια νέα περιπέτεια! 

    Εμφανίζονταν περισσότερο σαν σαμάνος και θεός, επαναστάτης και ποιητής παρά σαν απλός τραγουδιστής…

     Πολλές φορές αυτοσχεδίαζε, απήγγελλε ποίηση, προκαλούσε το κοινό ή «έσπαγε» τα όρια της παράστασης, όχι για εντυπωσιασμό, αλλά γιατί δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του μέσα στα όρια της σκηνής, όπως και και σε κανένα άλλο όριο άλλωστε! 

    Πάντοτε κομψά ντυμένος και γοητευτικός, με το βλέμμα του βαθύ και μυστηριώδη. 

    Θεωρούνταν -και ακόμη δηλαδή θεωρείται-  ένας από τους πιο γοητευτικούς και ερωτικά φορτισμένους άντρες της ροκ σκηνής, με χαρακτηριστική ομορφιά (σκούρα μαλλιά, γαλανά μάτια, έντονα ζυγωματικά) και μια βαθιά, μαγνητική παρουσία που καθήλωνε.

    Σαγηνευτικός με μια ομορφιά σχεδόν μυθολογική, γεμάτη ένταση.

    Δεν είναι τυχαίο που υπήρξε αντικείμενο πόθου για αμέτρητες γυναίκες (και πολλές από αυτές να περνούν από τη ζωή του, έστω και για μια νύχτα). 

    Και κάπου εκεί, στα ατίθασα νιάτα των σκηνικών παρουσιών και της μουσικής, υπήρχε ένα βλέμμα που δεν τον κοίταζε σαν όλα τα άλλα, αλλά πιο τρυφερά, εκείνο της Πάμελα Κούρσον. 

    Η Πάμελα ήταν για τον Τζιμ, ο έρωτας της ζωής του, η αιώνια μούσα του. 

    Η σχέση τους ήταν παθιασμένη και ταραχώδης, γεμάτη αγάπη, ζήλια, εξαρτήσεις και καλλιτεχνική ένταση. Παρόλο που ο Μόρισον είχε πολλές εφήμερες σχέσεις, πάντα επέστρεφε στην Πάμελα, την οποία αποκαλούσε “my cosmic mate”.

    Μαζί με αυτό συνοδεύονταν και η άλλη του -μόνιμη- εξάρτηση… το αλκοόλ και οι ουσίες. 

    Στα είναι τους, έβρισκε στήριξη και δύναμη, ελπίδα και διαφυγή. Το τόσο δυνατό πνεύμα του δεν κατάφερε να τον προστατέψει από τον ίδιο του τον εαυτό! Πέρα από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, ήταν χρήστης κοκαΐνης, LSD και πιο σπάνια μαριχουάνας και ηρωίνης! 

    Μάλιστα οι ουσίες θεωρούνται και η πιο διαδεδομένη θεωρία θανάτου του. 

    Λίγο καιρό πριν φύγει από την ζωή ο Τζιμ, είχε μετακομίσει με την Πάμελα στο Παρίσι. Ήθελε να ζήσει μια ήρεμη ζωή, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, απλά παραδομένος στην ποίηση του. 

    Διέμεναν στο διαμέρισμα 17 Rue Beautreillis,  στην περιοχή Le Marais και σύμφωνα με την σύντροφο του, το τελευταίο του βράδυ στη ζωή, εκείνο της 2ης ημέρας του Ιούλη του 1971, οι δυο τους ήταν ήρεμοι στο σπίτι τους και έβλεπαν ταινία, εκείνος ένιωθε δύσπνοια και πόνο στο στήθος, έτσι, τα ξημερώματα αποφάσισε να κάνει ένα μπάνιο. 

    Η ίδια δήλωσε ότι τον βρήκε νεκρό μέσα στην μπανιέρα, γύρω στις 6 το πρωί, κάλεσε άμεσα  γιατρό, αλλά ήταν ήδη αργά. Το σώμα του δεν παρουσίαζε εξωτερικά τραύματα.

    Ο Τζιμ Μόρισον είναι νεκρός την 3η Ιουλίου του 1971, στα 27 του χρόνια. 

    Οι πασίγνωστες εφημερίδες της εποχής γράφουν: “Jim Morrison, Lead Singer For Doors, Dies In Paris At 27 Of Natural Causes.” ,

    «Jim Morrison Dies.» , «3d Rock Star, Jim Morrison, Dead at 27» 

    Ως επίσημη αιτία θανάτου του αναγράφηκε η καρδιακή ανακοπή. Δεν έγινε νεκροψία, καθώς δεν απαιτείτο βάσει γαλλικού νόμου όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας.

    Ο τάφος του βρίσκεται στο Παρίσι, στο νεκροταφείο Père Lachaise, κοντά σε ποιητές και καλλιτέχνες που τον ενέπνευσαν και θαύμαζε όπως ο Μπωντλαίρ και ο Προυστ. Πλέον ο χώρος ταφής του, αποτελεί τόπο προσκυνήματος και «μνημείο» για χιλιάδες φανς, εφήβους, καλλιτέχνες και ποιητές.

    Στο μνήμα του επιπλέον, υπάρχει σήμερα η επιγραφή στα αρχαία ελληνικά: «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ» που σημαίνει: έζησε σύμφωνα με τον δαίμονά του, δηλαδή τη βαθύτερη εσωτερική του φύση).

    Φέτος, τον Ιούλιο του 2025, συμπληρώθηκαν 54 ολόκληρα χρόνια από εκείνον τον Ιούλιο. 

    Μάλιστα ο Μόρισον ανήκει και στο πασίγνωστο “27 Club” αφού πέθανε κι εκείνος σε ηλικία 27 ετών όπως ο Jimi Hendrix, η Janis Joplin, ο Kurt Cobain και η Amy Winehouse 

    Κι ίσως τελικά, ο Τζιμ Μόρισον να μην ήθελε να μείνει αιώνια σε αυτήν την ζωή, ίσως να ήθελε περισσότερο να περιπλανηθεί, να αφήσει το στίγμα του αιώνιο και να φύγει. Να περάσει στην αντίπερα όχθη. Εκείνη του θανάτου που τόσο τον γοήτευε… 

    Έψαχνε πάντοτε κάτι λιτό και απόλυτο, αληθινό, έντονο και ηδονικό… κάτι που ταυτόχρονα να πονά και να λυτρώνει… σαν τον έρωτα 

    Για όλα αυτά τραγούδησε, γι’ αυτά φώναξε, γι’ αυτά σώπασε, για αυτά έζησε. 

    Κι όταν έφυγε, πήρε μαζί του μια εποχή που δεν γεννήθηκε ποτέ ξανά… 

    «This is the end, beautiful friend This is the end, my only friend, the end…»  (The End – The Doors)

  • Από τα δεκαοκτώ στα 18/8

    Από τα δεκαοκτώ στα 18/8

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ολοι ακούμε μουσική, ανεξαρτήτως είδους και συχνότητας. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας η μουσική υποσυνείδητα και θαυματουργά διαμόρφωσε ένα σημαντικό μέρος της προσωπικότητάς και της ιδιοσυγκρασίας μας. Απο το «μιά ωραία πεταλούδα» μέχρι το «wish you were here» -αναφερόμενη σε προσωπικά ακούσματα της ανήλικης και της ενήλικης πλέον ζωής μου-, κάθε μουσικό έργο τοποθέτησε το λιθαράκι του για την κατασκευή της ύποστασή μας στο σήμερα, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά του χαρακτήρα μας. Υπάρχει, όμως, και μία ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων στην κοινωνία, οι οποίοι αποφάσισσαν για κάποιο λόγο να εντάξουν την μουσική στην ζωή τους με έναν σημαντικά αποκλίνοντα τρόπο άπο αυτόν του απλού, μέσου ακροατή. Και για να μιλήσουμε πιο ξεκάθαρα, αυτή η ομάδα ανθρώπων αποκαλούν τους εαυτούς τους «μουσικούς».

    Δύσκολο – και κατ’εμέ ανούσιο- να οριστεί η έννοια «μουσικός» σε αυτό το άρθρο. Ας περιοριστούμε στην οριοθέτηση της ως τον άνθρωπο που εκτός της ακρόασης της μουσικής, συμβάλλει με τον οποιοδήποτε τρόπο στην παραγωγή της.

    Μουσικός λοιπόν. Ενδεχομένως να είχες κάποιο μέλος της οικογένειας σου που σε παρότρυνε να μπεις σε κάποιο ωδείο και να ξεκινήσεις κιθάρα η πιάνο. Ενδεχομένως να σου πρότειναν οι γονείς σου να δώσεις εξετάσεις για το μουσικό σχολέιο της ελλάδας, για το οποίο παρεπιπτόντως αξίζει να γραφτεί ένα ξεχωριστό άρθρο δεδομένης της μοναδικότητας της λειτουργίας του, σκεπτόμενοι ότι, αφού ξεκίνησες την μουσική άπο μικρή ηλικία, γιατί να μην φοιτήσεις σε ενα ιδιαίτερο σχολείο, το οποίο θεωρείται ασφαλές και πολλά υποσχόμενο; Στη συνέχεια ενδεχομένως να αποφάσισες να εισαχτείς με πανελλήνιες εξετάσεις σε ένα απο τα πέντε τμήματα μουσικών σπουδών στην Ελλάδα και πλέον να συνεχίσεις την σταδιοδρομία σου στην μουσική όχι ως ερασιτέχνης, αλλά ως επαγγελματίας.

    Νομίζω πως ήρθε η στιγμή να διευκρινίσω την θεματική του άρθρου, η οποία πραγματεύεται την εμπειρία ενός επαγγελματία μουσικού στην χώρα μας, απο την σκοπιά μιας 19χρονης φοιτήτριας που προσπαθεί με νύχια και με δόντια, να βρει την άκρη του νήματος σε αυτόν τον λαβύρινθο που ονομάζεται μουσικός κλάδος. Ίσως η συγγραφή αυτού του άρθρου να γίνεται περισσότερο για την ίδια, παρά για τους αναγνώστες, και θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη εκ των προτέρων για αυτό. Αλλά πίσω στο θέμα μας.

    Ας κατηγοριοποιήσουμε λίγο τις πτυχές της επαγγελματικής ζωής ενός μουσικού και ας τις αναλύσουμε με την σειρά. Εχουμε λοιπόν τις σπουδές στο πανεπιστήμιο, τις ωδειακές σπουδές και την εργασία.

    Οσον αφορά το πανεπιστήμιο τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά και κατανοητά ακόμη και για έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει τίποτα για την μουσική, καθώς τα ελληνικά μουσικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν σχεδόν τα ίδια προβλήματα που διαθέτουν όλα τα πανεπιστήμια της χώρας εν γένη – «τι πιο σύνηθες» θα μπορούσε να πει κανείς-. Ελλείψεις διδάκτορων, ελλείψεις εξοπλισμών, παραμελλημένες αίθουσες είναι μερικά απο τα πράγματα που παρεμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων. Αλλα να μην είμαστε άδικοι. Είναι αδιαμφισβήτητο πως τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια προσφέρουν πολυπληθείς γνώσεις για τον μαγευτικό κόσμο της μουσικής και ανεπανάλληπτες εμπειρίες και ευκαιρίες για έναν νεοεισαχθέντα μουσικό.

    Οι ωδειακές σπουδές είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, με τα νομοσχέδια της «σπουδαίας και τρανής» κυβέρνησης της Νεας Δημοκρατίας, που κατέστησε τα πτυχία του ωδείου ανεπαρκή για το δημόσιο -οδηγώντας αμέτρητους μουσικούς εκπαιδευτικούς σε πανεπιστήμια, ενώ έχουν μοχθήσει με χρόνιες σπουδές στον κλάδο-, η φοίτηση σε ωδεία έχει μετάβληθεί στο έπακρο. Αξίζει βέβαια να τονιστεί πως σε πολλά ωδεία, αν όχι στα περισσότερα, οι πελατιακές σχέσεις και εξυπηρετήσεις έχουν βάλει το χεράκι τους ώστε ακατάλληλοι άνθρωποι να αποκτήσουν με ελάχιστο κόπο πτυχία, ενώ ταυτόχρονα ο τρόπος εξέτασης και ο κύκλος μαθημάτων δυσκολεύουν σε πολλά σημεία τους σπουδάζοντες, χωρίς απαραίτητα να τους προσφέρουν τις απαραίτητες γνώσεις για να αποκαλούν τους εαυτούς τους καταρτισμένους και σφαιρικά μορφωμένους μουσικούς. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα ωδεία – και ιδιαίτερα εκπαιδευτικοί- που προσπαθούν να κρατούν ψηλά το επίπεδο των ωδείων και όλοι οι μουσικοί οφείλουμε να αναγνωρίζουμε τον κόπο και την αξία αυτών των ανθρώπων.

    Ας πούμε με μεγάλη αβεβαιότητα πως το μουσικό εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν αποτελεί την μεγαλύτερη πηγή κακού για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι μουσικοί στην χώρα αυτή. Και ας πούμε με μεγάλη βεβαιότητα ότι στον χώρο εργασίας οι μουσικοί θεωρούνται σε έναν τεράστιο βαθμό οι «χαμάληδες» της υπόθεσης. Μιλώντας από προσωπική εμπειρία και αφορμώμενη άπο βιώματα δικά μου και του κύκλου μου, το συγκεκριμένο επάγγλεμα είναι βαθιά παρεξηγημένο και υποτιμημένο. Είναι αδιανόητο και εξοργιστικο, οι άνθρωποι που σπαταλάνε μιά ζωή πάνω άπο ένα όργανο, σε αίθουσες συναυλιών και μελέτης, που διαβάζουν και ασχολούνται νυχθημερόν με κάθε πτυχή της μουσικής να λαμβάνουν εξευτελιστικούς μισθούς και να τους μεταχειρίζονται σαν απλούς «διασκεδαστές» και όχι φορείς πολιτισμού, γνώσεων και γνήσιων συναισθημάτων ευφορίας, ηρεμίας και συγκίνησης.

    Όλα αυτά τα έχουμε ξανακούσει θα μου πείτε. Και θα απαντήσω πως έχετε δίκιο. Παρ’όλα αυτά το πρόβλημα είναι πιο βαθύ και περίπλοκο από όσο μπορούμε να διανοηθούμε. Αντιμετωπίζουμε
    καταστάσεις όπου επαγγελματίες μουσικοί, με τεράστια προσόντα, αναγκάζονται να δουλεύουν 12 και 15 ώρες την μέρα για να βγάλουν τον βασικό μισθό, οπού στα σχολεία, το μάθημα της μουσικής καταργείται σε όλο και μικρότερες τάξεις -και όπου δεν καταργείται, θεωρείτο «η ώρα του παιδιού» και απο τους μαθητές, αλλά και απο τους υπόλοιπους καθηγητές και τους κηδεμόνες. Μιλάμε για συνθήκες εργασίας τραγικές και μισθούς ελάχιστους, για ακατάπαυστη εργασία λόγω προετοιμασίας που απαιτείται για την δουλειά. Μιλάμε για ενα σύστημα που αποθαρρύνει έναν νέο να εισαχθεί στον επαγγλεματικό κλάδο της μουσικής και έναν ήδη επαγγελματία να σιχαθεί την εργασία του και κατ´επέκταση την πηγή χαρας και έμπνευσης του, καθώς ως μουσικοί έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε το «χόμπι» (σε πολλά εισαγωγικά) μας επάγγελμα. Ως 18χρονη μουσικός είχα την ευκαιρία να συναναστραφώ με πολλούς σπουδαίους μουσικούς και δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμα «λύπης» και «αμηχανίας» όταν τους ανέφερα ότι σπουδάζω μουσική και θέλω να την ακολουθήσω σοβαρά. Μπορεί μετά να το κρύβανε με έναν καλό λόγο και ένα γέλιο στην προσπάθεια τους να μην με απογοητεύσουν, αλλα η αλήθεια ήταν μπροστά στα μάτια όλων μας: τα πράγματα συνάδελφοι και μη είναι πολύ, μα πολύ δύσκολα.

    Αποδεσμεύοντας σας άπο την ανάγνωση, αν κατάφερα να σας κρατήσω το ενδιαφέρον και την αισιοδοξία σας μέχρι εδώ, θέλω να αναφέρω πως σκοπός του άρθρου δεν είναι να αποθαρρύνω έναν νέο που θέλει να εργαστεί στον χώρο της μουσικής. Αντιθέτως είναι αδίρρητη ανάγκη ο κλάδος αυτός να αποκτήσει νέα μυαλά που θα γίνουν μια γροθιά και θα συνειδητοποιήσουν την δυναμή τους, καταφέρνοντας τον στόχο πολλών γενεών: να αναγνωρίζεται η μουσική ως ένα επάγγλεμα μείζονος σημασίας και αξίας. Απλώς, συνομιλώντας με πολλούς συμφοιτητές και φίλους, μου φάνηκε παράξενο πως κανένας δεν έχει στο μυαλό του την πραγματική είκονα του να είσαι ένας μουσικός στην Ελλάδα. Και ποιός άλλος θα ήταν ο ρόλος ενός δημοσιογράφου (¿) αν όχι να ρίξει φως στις κρυμμένες πτυχές της ζωής του ανθρώπου;

  • Πού χάθηκαν τελικά οι κωμωδίες;

    Πού χάθηκαν τελικά οι κωμωδίες;

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ένα από τα θέματα που φαίνεται να απασχολεί τους δημοσιογράφους τον τελευταίο καιρό και τίθεται ως ερώτημα σε αρκετές – αν όχι όλες – τις συνεντεύξεις που παίρνουν από ανθρώπους που βρίσκονται στο χώρο του θεάτρου/τηλεόρασης είναι: «Που χάθηκαν οι κωμωδίες σήμερα; Γιατί δεν δημιουργούνται πλέον κατά την γνώμη σας καλές κωμωδίες – ή και κωμωδίες γενικά;».

    Κάποιες δικές μου αγαπημένες:

    1. Σαββατογεννημένες

    2. Εγκλήματα

    3. ΝτόλτσεΒίτα

    4. Πάρα 5

    5. Μαύρα μεσάνυχτα

    6. Κωνσταντίνου και Ελένης

    Ο Γιώργος Καπουτζίδης είναι ίσως το πρώτο όνομα – σίγουρα από τα πρώτα ειδικά σε νεότερες ηλικίες- όταν σκεφτόμαστε την λέξη κωμωδία. Με δύο πολύ επιτυχημένες σειρές, τις «Σαββατογεννημένες» και το «Παρά 5» φυσικά, ίσως και την «Εθνική Ελλάδος» που άδοξα τελείωσε νωρίτερα, βρίσκεται όπως προ ανέφερα στις πρώτες θέσεις. Η πρώτη του τηλεοπτική δουλειά, οι «Σαββατογεννημένες» ήρθαν ως κάτι νέο στην τότε ελληνική τηλεόραση. Αγαπημένος χαρακτήρας για τους περισσοτέρους νομίζω η Μπία(Ελένη Ράντου).

    Μία 90ς σειρά, σταθμός για την ελληνική κωμωδία, είναι τα «Εγκλήματα». Τα «Εγκλήματα» -ακόμη και αν δεν πίστευαν στην σειρά από την αρχή- κατάφεραν να γίνουν μία από τις πιο γνωστές ελληνικές σειρές που φημίζεται γιατις ατάκες, τους καλογραμμένους χαρακτήρες, την ευρηματικότητα, το «blackhumour», το «darkaesthetic» της και πολλά άλλα . Προφανώς όλοι θυμόμαστε την αείμνηστη Σώσω (Καίτη Κωνσταντίνου) και την μαμά όλων μας που θέλουμε μια αγκαλιά από αυτήν Κορίνα (Μαρία Καβογιάννη).

    Το «Παρά 5» είναι ίσως η πιο γνωστή σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης. Δικοί μου αγαπημένοι χαρακτήρες: Η Ντάλια και ο Σπύρος που ίσως σε κάποιο άλλο σύμπαν είναι μια εκδοχή του εαυτού μου.

    Μια άλλη σειρά που κατάφερε να ξεχωρίσει είναι τα «Μαύρα μεσάνυχτα». Κατάφερε και αυτή η σειρά να θίξει διάφορα κοινωνικά θέματα και να κάνει όλους μας να έρθουμε πιο κοντά θέλοντας και μη με τον «κόσμο της νύχτας». Δικές μου αγαπημένες: Σιλβήκαι Λένα.

    Μία σειρά πάρα πολύ γνωστή για την εποχή που προβλήθηκε πρώτη φορά, το «Ντόλτσε Βίτα», με το ερωτικό τρίγωνο μητέρας-κόρης- γαμπρού ίσως με ένα από τα πιο χάλια τέλη σε σειρές που έχω δει. Αγαπημένοι χαρακτήρες: Σάσα, Χριστίνα, Όλγα.

    Τέλος, το «Κωνσταντίνου και Ελένης» είναι η σειρά που έχει παιχτεί περισσότερες φορές σε επανάληψη στην ελληνική τηλεόραση όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μία σειρά που ενώ βγάζει αυτή τη κλασική μιζέρια των 90ς στα σκηνικά και στα πλάνα (όπως και το «Ντόλτσε Βίτα») κατάφερε να μείνει ανεξίτηλη εξαιτίας πολλών παραγόντων όπως και πάλι οι ατάκες, οι χαρακτήρες, οι πολύ καλοί ηθοποιοί, και κυρίως ο αυθορμητισμός και η ελευθερία της.

    Το ερώτημα όμως είναι: «Γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες σειρές σήμερα;»

    Η αλήθεια είναι πως έγιναν – κι γίνονται ακόμη- κάποιες «απόπειρες» για καλές κωμικές σειρές αλλά καμία δεν φαίνεται να πλησιάζει τη «δόξα» που έχουν αποκτήσει άλλες παλαιότερες τηλεοπτικές σειρές.

    Ο Γιώργος Καπουτζίδης επέστρεψε με την σειρά «Σέρρες», στο Ant1+ , μια συνδρομητική πλατφόρμα. Η αλήθεια είναι πως είχα πολλές προσδοκίες για τις «Σέρρες» και ένιωσα ότι κάτι έλειπε.Ίσως περίμενα περισσότερα από ένα «openlygay» άνδρα που γράφει μια σειρά με πρωταγωνιστή ένας επίσης «gay» άνδρα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

    Από την άλλη το «Είμαι η Τζο» κατάφερε να με κερδίσει περισσότερο και να με αφήσει να σκεφτώ ότι αν αυτό παιζόταν στην τηλεόραση ίσως και να κοβόταν από τα πρώτα επεισόδια -ίσως και να μην παιζόταν ποτέ-.

    Δεν ξέρω αν σήμερα θα έδειχνε το «Mega» μια σειρά όπως το «Κάπου σε ξέρω» με την Καίτη Κωνσταντίνου και την Μαρία Καβογιάννη.

    Άρα, το πρόβλημα είναι ότι έχει υπάρξει άνοδος των συνδρομητικών καναλιών και για αυτό στην δημόσια ελληνική τηλεόραση δεν προβάλλονται πλέον κωμωδίες. Ίσως γιατί τα χρήματα είναι περισσότερα για την ένταξή της π.χ. στο «Netflix», ίσως οι δημιουργοί να ποντάρουν εκεί γιατί η ίδια η τηλεόραση τους «έχει κλείσει την πόρτα», αποφασίζοντας να δώσει προτεραιότητα σε σειρές εποχής/δραματικές. Το νεανικό κοινό το ίδιο έχει αποκοπεί από την τηλεόραση και βλέπει περισσότερο συνδρομητικά κανάλια.

    Άρα, η τηλεόραση ξέρει κατά βάθος ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι μεγαλύτερης ηλικίας που κατά κάποιο τρόπο «έμαθε» να ζει με συνεχώς ανοιχτή τη τηλεόραση, να ενημερώνεται μόνο από τις ειδήσεις, να είναι πιστός φίλος της.

    Ακριβώς επειδή οι μεγαλύτερες γενιές μεγάλωσαν και έζησαν εκείνες τις σειρές την εποχή που παίζονταν, τώρα τις έχουν βαρεθεί και ίσως τις συνδυάζουν κι με δύσκολες οικονομικά εποχές και αναμνήσεις ενώ για την νέα γενιά είναι ίσως κάπως «cool» να τις βλέπει τώρα για πρώτη φορά και να μαθαίνει τις ατάκες απέξω. Έχουμε δει εξάλλου και πολλά τέτοια “trends” στο “TikTok”.

    Ίσως γενικά τα κανάλια/εταιρείες φοβούνται να επενδύσουν χρήματα σε κωμωδία ακριβώς γιατί ξέρουν ότι δεν θα πάει καλά, οπότε έτσι δεν δίνεται το βήμα και σε νέους σεναριογράφους/σκηνοθέτες/καλλιτέχνες γενικά να φέρουν φρέσκες ιδέες στο προσκήνιο.

    Βέβαια, ακόμη και κάποιες σύγχρονες κωμικές σειρές όπως «Η τούρτα της μαμάς» προβλήθηκαν στο κρατικό κανάλι της «ΕΡΤ» χωρίς ιδιαίτερη διαφήμιση και πέρασαν κάπως «απαρατήρητες» από το περισσότερο τηλεοπτικό κοινό ενώ είχαν τα προσόντα και τους ηθοποιούς για να γίνουν πιο επιτυχημένες από ό,τι κατέληξαν να είναι.

    Ίσως για όλους τους παραπάνω λόγους, οι κωμωδίες που παίζονται τώρα στην τηλεόραση κάνουν πολύ χαμηλά νούμερα ή κόβονται μετά από κάποιο σημείο ή δέχονται πιέσεις και σαμποτάζ δυστυχώς (όπως στην περίπτωση της «Αρχελάου 5» που επειδή «τόλμησε» να κάνει ένα σχόλιο για το έγκλημα των Τεμπών, μετά αποφάσισαν να κόψουν την συγκεκριμένη σκηνή). Ο κόσμος, όμως, δεν είναι χαζός και πλέον δυστυχώς ή ευτυχώς τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έχουν τεράστια δύναμη. Ακόμη και αν το κρατικό κανάλι αποφάσισε να «διαγράψει» αυτή τη σκηνή σαν να μην υπήρξε ποτέ, δεν υπολόγισε ότι πάλι το μήνυμα ακούστηκε και πως ό,τι και αν κάνουν αυτοί που παίρνουν αποφάσεις δεν θα μας φιμώσουν ποτέ.  Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να αγωνιζόμαστε για όλα τα εγκλήματα μέχρι να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι.

    Το κύριο πρόβλημα με την τηλεόραση ίσως είναι αυτό σήμερα. Δεν γελάμε πλέον με τα ίδια αστεία, κάποια στις τότε επιτυχημένες σειρές ήταν ρατσιστικά/ομοφοβικά/τρανσφοβικά/σεξιστικά (σε συνδυασμό και με την τωρινή άνοδο της πολιτικής ορθότητας). Π.χ. Οι σειρές του Ρήγα («Δύο ξένοι», «Οι στάβλοι της ΕριέτταςΖαΐμη») πάντα εμπεριείχαν πολιτικά σχόλια, καυστικότητα, σενάριο που βασιζόταν στην παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας.  Δεν αναιρώ λοιπόν, το γεγονός ότι πολλές ελληνικές σειρές εμπεριέχαν τέτοιου είδους αστεία ή ήταν αντιγραφές από ξένες ιδέες και δεν το ξέραμε καν τις περισσότερες φορές. Έβρισκαν όμως έναν τρόπο να προσαρμόζονται στην τότε ελληνική κοινωνία και στις ανάγκες της και ασκούσαν κριτική, προσέφεραν γέλιο και το πιο σημαντικό, συνέχιζαν να υπάρχουν και να γράφουν ιστορία.