The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ετικέτα: Πολιτισμός

  • 10.09.1991

    10.09.1991

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Αυτό ακριβώς έγραφε το ημερολόγιο την ημέρα που κυκλοφόρησε το πιο γνωστό τραγούδι του συγκροτήματος Nirvana, “Smells Like Teen Spirit”.

    Ένα τραγούδι που έμεινε στην ιστορία ως το καλύτερο τους, το πιο πολυσυζητημένο. 

    Μια καθημερινή μέρα του 1990 ο τραγουδιστής των Νιρβάνα, Κερτ Κομπέιν βγήκε μια απλή βόλτα στο Σιάτλ με την τότε φίλη του, Κάθλιν Χάνα, τραγουδίστρια των Μπικίνι Κιλ και σημαντική εκπρόσωπο του φεμινιστικού κινήματος Riot Grrrl – κάπου εδώ, αξίζει να σημειωθεί πως πρώην κοπέλα του Κομπειν, υπήρξε ακόμη ένα μέλος των Μπικίνι Κιλ, η Τόμπι Βέιλ, η οποία χρησιμοποιούσε ένα αποσμητικό ονόματι “Teen Spirit” –  απλώς για να περπατήσουν. Την ίδια νύχτα, επέστεψαν στο Μοτέλ του Κερτ κι ενώ εκείνος είχε ήδη κοιμηθεί, η Κάθλιν ύστερα από αρκετό αλκοόλ και καλοπέραση, αρπάζει ένα σπρέι και γράφει στον τοίχο του Κομπειν τις εξής πέντε λέξεις: “KURT SMELLS Like Teen Spirit” 

    Η Χάνα πίστευε, πως παρόλο που η Τόμπι κ ο Κερτ είχαν χωρίσει, η μυρωδιά της ήταν ακόμη πάνω του, πως εκείνος μύριζε σαν το αποσμητικό της! 

    Καθώς το είδε ο Κερτ, που μέχρι τότε δεν γνώριζε την ύπαρξη του συγκεκριμένου αποσμητικού, εξέλαβε το μήνυμα αυτό ως απλώς ένας επαναστατικό σύνθημα που του ταιριάζει γάντι! 

    Η πρωτη ιδέα για το άσμα είχε λοιπόν ήδη δοθεί! Ύστερα, αφότου πήρε την έγκριση της Κάθλιν για τον στίχο της, κάπως απρόσμενα μέσα σε μια μόλις μέρα, ο Κερτ γράφει τους στίχους, χωρίς να δίνει αρκετή σημασία, χωρίς να τον νοιάζει, εμπνευσμένος -όπως ο ίδιος δήλωσε- από την μουσική των “Pixies”. 

    Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του ως Single (10/09/1991), εντάσσεται και στον δίσκο της μπάντας, “Nevermind”, όπου αποτελεί κ το εναρκτήριο κομμάτι! 

    Πρωταρχικός στόχος του Κερτ και των Νιρβάνα, ήταν να δημιουργήσουν μια εμπειρία κι όχι απλώς ένα τραγούδι… και τα κατάφεραν! Το κομμάτι φτάνει στην κορυφή της παγκόσμιας μουσικής! Κατάφερε να εκθρονίσει τον «βασιλιά» Μάικλ Τζακσον και το “Dangerous”, όπως ακριβώς και να εκτοξεύσει τις πωλήσεις του αποσμητικού “Teen Spirit”…

    Έτσι, αυτό το συγκεκριμένο άσμα, καθιερώνει για εκείνη την γενιά, την grunge μουσική, ως είδος των νέων και εξεγερμένων εφήβων! 

  • Από τον θάνατο και την απώλεια στην αιωνιότητα της ύπαρξης

    Από τον θάνατο και την απώλεια στην αιωνιότητα της ύπαρξης

    ΑφιερωσέΤο

    Ο Άγιος Σεβαστιανός στον συγκεκριμένο πίνακα αποδίδεται δεμένος και τρυπημένες από βέλη αλλά με μια έκφραση, περισσότερο σαν ένα παράξενο μειδίαμα που ακροβατεί ανάμεσα στην γαλήνη – λύτρωση και τον πόνο. Το σώμα του, αποπνέει μια αίσθηση αντοχής αλλά ίσως και εσωτερικής δύναμης. Εδώ δίνεται έμφαση κυρίως στον σωματικό πόνο.

    Το τραγούδι του Βρετανικού συγκροτήματος Placebo, μιλάει για το κενό που νιώθει κάποιο άτομο όταν χάνει έναν άνθρωπο που σήμαινε πολλά για εκείνο. Δίνει έμφαση στον ψυχικό πόνο και την απόγνωση αλλά και στην ίδια την ύπαρξη που κατά κάποιο τρόπο τώρα δεν βρίσκει νόημα να υπάρξει, δεν ξέρει ποια είναι πλέον. Βλέπουμε εδώ την ψυχική κατάσταση κυρίως. 

    Τέλος, το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι το μόνο από τα τρία αυτά έργα που κατά κάποιο τρόπο αρνείται την τωρινή πραγματικότητα. Προσπαθεί με τα λόγια και τα σημεία στίξης να πείσει πως όλα είναι καλά και ο θάνατος είναι απλά κάτι προσωρινό, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Το συναίσθημα αυτό δεν είναι οριστικό, δεν θα κρατήσει για πάντα, δεν μπορεί να μας καθορίσει. Κάποια στιγμή η πληγή θα κλείσει και η ψυχή θα λυτρωθεί. 

    Ίσως όλο αυτό που αξίζει τελικά και που μπορεί να απαλύνει αλλά και να δημιουργήσει τον πόνο, πόσο μάλλον να ξεπεράσει τον θάνατο, είναι η αγάπη.

    Το ποίημα «Ο θάνατος Δεν Είναι Τίποτα.» του Henry Scott-Holland.

    Ο θάνατος δεν είναι τίποτα. Δεν μετράει. Απλά πέρασα στο διπλανό δωμάτιο. Δεν έγινε τίποτα. 

    Όλα μένουν ακριβώς όπως ήταν. Εγώ είμαι εγώ, και εσύ είσαι εσύ, και η παλιά ζωή που ζήσαμε τόσο τρυφερά μαζί είναι ανέγγιχτη, αμετάβλητη. Οτιδήποτε ήμασταν ο ένας για τον άλλον, αυτό παραμένουμε.

    Φωνάξτε με με το παλιό, οικείο όνομα. Μιλήστε μου με τον απλό τρόπο που πάντα χρησιμοποιούσατε. Μην αλλάξετε τον τόνο σας. Μην κάνετε πλάτες σοβαρότητας ή θλίψης. 

    Γελάστε όπως πάντα γελούσαμε στα μικρά αστεία που απολαμβάναμε μαζί. Παίξτε, χαμογελάστε, σκεφτείτε με, προσευχηθείτε για μένα. Ας είναι το όνομά μου πάντα η οικεία λέξη που πάντα ήταν. Ας λέγεται χωρίς κόπο, χωρίς σκιά πάνω του.

    Η ζωή σημαίνει ό,τι πάντα σήμαινε. Είναι η ίδια όπως πάντα ήταν. Υπάρχει απόλυτη και αδιάκοπη συνέχεια. Τι είναι αυτός ο θάνατος παρά ένα ασήμαντο ατύχημα; 

    Γιατί να με ξεχάσετε επειδή δεν με βλέπετε; Απλά σας περιμένω, για λίγο, κάπου πολύ κοντά, ακριβώς στην γωνία.

    Όλα είναι καλά. Τίποτα δεν πονάει. Τίποτα δεν χάθηκε. Μια σύντομη στιγμή και όλα θα είναι οπως πριν. Πόσο θα γελάσουμε με την ταλαιπωρία του χωρισμού όταν ξαναβρεθούμε!»

  • Στην απελπισία υπάρχουν οι εντονότερες απολαύσεις

    Στην απελπισία υπάρχουν οι εντονότερες απολαύσεις

    ΑφιερωσέΤο
    Ίσως φανεί περίεργος ο συνδυασμός Ντοστογιέφσκι, Φρίντα Κάλο και Τομ Γιόρκ, αλλά θεωρώ πως και τα τρία αυτά έργα αποτυπώνουν ακριβώς την ανάγκη και, παράλληλα, την απόλυτη αδυναμία αλλαγής, την επιθυμία που σε μουδιάζει και το αόρατο σχοινί που σε κρατά δεμένο χειροπόδαρα.

    Λογοτεχνικό

    Απόσπασμα από το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι

    «Ήταν από το να νιώθει κανείς τον εαυτό του να έχει φτάσει στο τελευταίο εμπόδιο, ότι ήταν φρικτό, αλλά ότι δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά· ότι δεν υπήρχε διαφυγή για σένα· ότι δεν θα μπορούσες ποτέ να γίνεις διαφορετικός άνθρωπος· ότι ακόμα κι αν σου έμενε ακόμα χρόνος και πίστη για να αλλάξεις σε κάτι διαφορετικό, πιθανότατα δεν θα ήθελες να αλλάξεις· ή αν το ήθελες, ακόμα και τότε δεν θα έκανες τίποτα· επειδή ίσως στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα για να αλλάξεις.»

    Τραγούδι
    Στο 4ο τραγούδι του δίσκου του «The Eraser» με όνομα «Black Swan», ο Τομ Γιόρκ μιλά για την ανάγκη φυγής, και για καταστάσεις που εάν δεν άλλαξαν ως τώρα, δεν θ’αλλάξουν ποτέ.


  • Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Προσωπικά

    Ηλεκτρικός, βράδυ Σαββάτου, εννιά η ώρα. Από Καλλιθέα προς Ηράκλειο. Αναρωτιέμαι ακόμα τι ήταν αυτό που με έκανε να αφήσω την θαλπωρή του σπιτιού μου και να πάρω ένα αρκετά δύσοσμο και δυσάρεστα μαζικό μεταφορικό μέσο για να πάω σε μια περιοχή που δεν εκτιμώ ιδιαίτερα. Μα κάποιες θυσίες πρέπει να τις κάνεις χάριν της φιλίας.

    Η προξενήτρα του Ουάιλντερ κάποια στιγμή, λίγο πριν την αυλαία, αναφωνεί: όλοι ηλίθιοι είμαστε, μα πρέπει να αποφασίσει ο καθένας για τον εαυτό του αν θέλει να είναι ένας ηλίθιος μόνος του ή ένας ηλίθιος μαζί με άλλους ηλίθιους. Και εγώ με διάφορα προτιμώ το δεύτερο, είναι πιο ρομαντικό.

    Ίσως κάπου πίσω πίσω να έπρεπε να ακούγεται η φωνή του Βασίλη να λέει «Άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι;». Γιατί ενώ όλοι παραπονιόμαστε για την επανένταξη μας στα χειμερινά ωράρια, οι δρόμοι ακόμα είναι σχετικά άδειοι, ο ηλεκτρικός δεν γεμίζει ιδιαίτερα (ούτε καν τις ώρες αιχμής) και μπορείς ακόμα με άνεση να βρεις τραπέζι Σάββατο βράδυ στο αγαπημένο σου μαγαζί.

    Και μπορεί αυτό ακούγεται πολύ μοναχικό και πεσιμιστικό, ωσάν κάποιο κακό γραπτό μιας κακής ρεπλίκας Τολστόι που Ντοστογιεφσκίζει στα σημεία. Θα το ρίξω στη ζέστη. Τι τα κλείνουν τα ερ κοντίσιον από τώρα, ακόμα Αύγουστος είναι, τριανταπεντάρια χτυπάει ο κύριος Κέλσιος και οι βαθμοί του. Λίγη συμπόνια στον άνθρωπο που γύρισε από τις διακοπές του και πια πρέπει να δουλέψει, ρε παιδιά…

    Απ’την άλλη δεν φαντάζεστε πόσο φοβάμαι τον Σεπτέμβρη. Θα ξυπνήσουμε πάλι ένα πρωί διαβάζοντας ασύστολα και άβουλα σεντόνια στα σόσιαλ με επικεφαλίδα «32 Αυγούστου». Δε θέλω κυρά μου άλλον Αύγουστο, με το ζόρι. Αφήστε να έρθουν τα πρώτα κρύα, μπας και αρχίσουμε να θερμαινόμαστε με κουβέρτες και σταματήσει να έρχεται η ΔΕΗ κατοστάρι. Κι είμαι κι ένας άνθρωπος μόνος… Άλλο ένα άλυτο μυστήριο που τη λύση του την ξέρει μόνο ο Θεός. Σαν το ταλέντο της Ντενίση ένα πράγμα!

    Και για να μη δημιουργώ λάθος εντυπώσεις θα παραθέσω κι ένα απόφθεγμα που μου είπε πρόσφατα ένα αγαπημένο πρόσωπο:

    Καμιά δεν είναι ίση
    με την Μιμή Ντενίση.

    Όχι πως το ενστερνίζομαι απόλυτα, αλλά κάτι άκουσα τις προάλλες στον ΣΚΑΪ για αντικειμενική δημοσιογραφία και παρουσίαση πολλών πλευρών επί του θέματος. Το βρήκα πετυχημένο και το ξεσήκωσα.

    Να κλείσω, λοιπόν, κάπου εδώ το παρόν κείμενο, μιας και κατεβαίνω στην επόμενη στάση, εξηγώντας τον σκοπό του. Δεν έχει. Γιατί όπως έλεγε και ο Ουγκό «Το όμορφο είναι εξίσου χρήσιμο με το χρήσιμο». Κι εγώ αυτές τις σκέψεις εν μέσω δρομολογίου του ηλεκτρικού τις βρίσκω πανέμορφες.

    Στάλθηκε από το iPhone μου.

  • «Zabriskie Point – μια από τις πιο αδικημένες ταινίες του Michelangelo Antonioni «

    «Zabriskie Point – μια από τις πιο αδικημένες ταινίες του Michelangelo Antonioni «

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Η ταινία Zabriskie Point (1970) του Michelangelo Antonioni με πρωταγωνιστές τους Mark Frechette (Mark) και Daria Halprin (Daria), με το εξαιρετικό soundtrack από τους Pink Floyd, τους Grateful Dead και άλλους εξέχοντες μουσικούς καλλιτέχνες είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και ριζοσπαστικές ταινίες του Antonioni αλλά και της περιόδου 1965-1975. Η ταινία ακολουθεί τον νεαρό Mark, ενεργό μέλος της μαρξιστικής νεολαίας στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες ο οποίος, αδίκως κατηγορούμενος από τις αρχές, κλέβει ένα μικρό αεροσκάφος για να διαφύγει και την Daria , μια Αμερικανίδα που ταξιδεύει οδικώς στην έρημο της Καλιφόρνια για δουλειά. Οι δύο νέοι συναντιούνται στο σημείο του Zabriskie Point της ερήμου και έχουν μια ιδιαίτερη υπαρξιακή και σωματική συναναστροφή. Η ταινία είναι πολλά περισσότερα από αυτό που φαίνεται εκ πρώτης θέασης καιμπορεί να επιφέρει ποικίλλες μεταφράσεις και νοήματα. Το έργο είναι βαθιά συμβολικό, αλληγορικό και με τον τρόπο του φουτουριστικό, ενώ νοηματικά βρίθει ρεαλιστικών στοιχείων. Αποτελεί μια κατακραυγή προς την Αμερικάνική κουλτούρα της εποχής, την αστυνομική βία, την απόγνωση των νέων βλέποντας το κοινωνικό κράτος πρόνοιας να συρρικνώνεται, τις κοινωνικές και ταξικές ανισότητες μεταξύ λευκού και μαύρου πληθυσμού, την νεανική ελπίδα που καταρρίπτεται από τα εξωτερικά γεγονότα. Η συνεύρεση των δυο νεαρών στην έρημο καθρεφτίζει την τάση φυγής των νέων από την αστική βιομηχανική αλλοτρίωση που τους προωθούν ως «εξέλιξη», την ανάγκη τους για παιδικότητα, έκφραση, έρωτα και σεξουαλική ελευθερία, την επιθυμία τους να τα «ανατινάξουν» όλα και να τα χτίσουν από την αρχή. Τα κλασικά υφολογικά στοιχεία του Antonioni είναι παρόντα, όπως η έμφαση στο τοπίο, οι αρκετοί νεκροί χρόνοι, το μεγάλο εύρος στη διάρκεια, η αφαιρετικότητα και η λιτότητα στην αφήγηση και η έμφαση στη γεωμετρικότητα με το φυσικό τοπίο, την έρημο, τους ατελείωτους δρόμους. Η τελευταία σκηνή, όπου όλα τα σύμβολα καταπίεσης, προπαγάνδας και απανθρωποποίησης ανατινάσσονται και διαλύονται είναι πολύ ουσιαστική και μεταμοντέρνα,αναδεικνύοντας με εξτρεμιστικό τρόπο την νεανική οργή, την απογοήτευση και την καταπίεση που δεν γνωρίζει πώς να εκφραστεί, οπότε απλά «σκάει». Είναι πραγματικά κρίμα το γεγονός ότι η ταινία αντιμετώπισε τόση βία και λογοκρισία σε επίπεδο κριτικών και εισπράξεων και οι λόγοι είναι δυστυχώς προφανείς… Ευτυχώς,αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες ταινίες του Michelangelo Antonioni την οποία οι λάτρεις του κινηματογράφου μελετούμε ακόμη και σήμερα! Είναι η κραυγή μιας γενιάς που πέθαινε μέσα στην αλλοτρίωση και τις συνθήκες που ακρωτηρίαζαν τη δημιουργικότητα, την ελευθερία αλλά και την νοημοσύνη της, με βαθύ νόημα και συμβολισμό για τις επόμενες γενιές που βιώνουν την ίδια κατάσταση, χωρίς τρόπο διαφυγής. Ομολογώ ότι με συγκίνησε το βλέμμα της Daria στο τέλος…*η κριτική απευθύνεται σε σύγχρονο κοινό, με σημερινά δεδομένα

  • Από τον Πυθαγόρα στο Spotify: Απαξιωμένη αξία ή διαχρονική ανάγκη;

    Από τον Πυθαγόρα στο Spotify: Απαξιωμένη αξία ή διαχρονική ανάγκη;

    ΚρυφόTopic

    Τη σήμερον ημέρα, η αξία της μουσικής έχει απαξιωθεί. Είμαστε τυχεροί στην ατυχία μας, μιας και γεννηθήκαμε στην μητέρα της μουσικής. Από τον 7ο κιόλας αιώνα π.Χ. δημιουργήθηκαν τα θεμέλια της σύγχρονης μουσικής με κάποια πρωτόλεια μουσικά όργανα (αυλός, λύρα κ.α) ή με την θέσπιση των μουσικών διαστημάτων από τον Πυθαγόρα. Συνεχίζοντας περνάμε από πολλούς σταθμούς όπως η Βυζαντινή και η Οθωμανική περίοδος, το νεοελληνικό κράτος και ο 20ος αιώνας (ρεμπέτικο), μεσοπόλεμος και μεταπολεμική περίοδος, η δεκαετία 70-90 όπου πλέον η μουσική γίνεται και μέσο πολιτικής έκφρασης, η περίοδος 1990-2010 με την «ελαφρά» καπιταλιστική πλέον έκφανσή της («εμπορικό» σκυλάδικο) και τέλος η κορύφωση μέχρι και σήμερα με το έντεχνο και την rap-trap .Στην προσπάθειά μας να έχουμε ένα κοινό έδαφος επικοινωνίας στον κόσμο της επιστήμης δημιουργήσαμε το S.I. , ένα σύστημα μονάδων μέτρησης. Δεν λέω, έχουμε προχωρήσει πολύ σαν ανθρωπότητα και διεκπεραιώσαμε πολλά από τα βασικά και σύνθετα προβλήματα, αλλά μας έμεινε ένα βασικό: Τα συναισθήματα και ο εσωτερικός μας κόσμος μπορούν να μετρηθούν και να διατυπωθούν σε ένα απτό ανθρώπινο δημιούργημα όπως το S.I. ; Η απάντηση είναι αρνητική, όχι! Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο δημιούργημα; Η απάντηση είναι η μουσική. Είναι ο ιδανικός τρόπος έκφρασης και η λύση στο φαινομενικά απλό ερώτημα. Παράδειγμα γι’ αυτό αποτελεί όπως έχει πει και ο Μάρκος Κούμαρης (frontman των Locomondo) ο Bob Marley. Ο άνθρωπος, που ενώ γεννημένος μέσα στην επικινδυνότητα και την φτώχεια της Τζαμάικα, μπόρεσε να μιλήσει για ένα πράγμα που δεν είχε βιώσει ποτέ. Την ελευθερία και την παγκόσμια ειρήνη.Κάποιοι λοιπόν ίσως να έχουν την άποψη ότι πλέον η μουσική είναι πολυτέλεια. Προσωπικά διαφωνώ πλήρως. Ίσα-ίσα, στις μέρες μας, η μουσική δίνεται απλόχερα σε ένα ευρύ κοινό μέσα από πλατφόρμες όπως το Spotify. Αυτό θεωρώ ότι παίζει μεγάλο ρόλο στην υποβάθμιση του ρόλου της μουσικής στην ζωή μας. Σε προηγούμενες δεκαετίες όπως για παράδειγμα το 1970-1980, υπήρχαν δυο πυλώνες που εδραίωναν την αξία της μέσα μας. Το ένα είναι τα βινύλια. Ο ακροατής, ιδίως στις προηγουμένως αναφερόμενες δεκαετίες, μάζευε σιγά-σιγά τα λεφτά ως παιδί για να αγοράσει μια κασέτα ή έναν δίσκο και να τρέξει σπίτι του απολαμβάνοντάς τον. Ήταν η ανταμοιβή της στιγμής, υπήρχε κάτι που το καθιστούσε μοναδικό. Πλέον με το πάτημα ενός κουμπιού, υπάρχει η δισκογραφία όλου του πλανήτη. Δεν νομίζετε πως έτσι χάνεται η αίγλη;Το δεύτερο είναι κάτι που σιγά σιγά εξαφανίζεται λόγω της κολοσσιαίας ανάπτυξης των streaming-platforms. Είναι το ραδιόφωνο και ο ραδιοφωνικός παραγωγός, που ίσως είναι ο πιο αντικειμενικός κριτής της μουσικής. Η μουσική είναι κάτι υποκειμενικό και τα γούστα του καθενός ποικίλουν. Ο κατάλληλος άνθρωπος όμως να κρίνει την μουσική είναι αυτός όπου έχει ασχοληθεί όλη του την ζωή με την συλλογή δίσκων και τις άπειρες ώρες ακρόασης. Ό κάθε πικραμένος, είτε είναι δημοσιογράφος, είτε οποιοσδήποτε προβάλλει την γνώμη του δημόσια, έχει αποκτήσει «επιστημονική άποψη» επί του κλάδου. Τα πράγματα δυστυχώς δεν δουλεύουν έτσι. Άλλο το map και άλλο το territory. Άλλο δηλαδή να εκφράζεις προσωπική άποψη που να έχει υποκειμενικό χαρακτήρα (μου άρεσει ή δεν μου αρέσει) και άλλο η τεκμηριωμένη άποψη λόγω της πολύχρονης ενασχόλησης. Κάνεις δεν εμπιστέυεται την γνώμη του γείτονα για το αν είναι άρρωστος ή όχι, γιατί λοιπόν να εμπιστευτώ τον οποιονδήποτε στην μουσική;Ένας ιός που καταστρέφει εκ των έσω είναι το mainstream. Το mainstream είναι κάτι το οποίο έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, δομή, άκουσμα. Δηλαδή το λεγόμενο “αντιγραφή-επικόλληση”. Οι πειραματισμοί από νέες ύπερ-ταλαντούχες μπάντες πλέον καταλήγουν άπατες. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε αυτό έχουν οι δισκογραφικές. Όπως το μεγαλύτερο ποσοστό των ΜΜΕ «κιτρινίζουν» τον τύπο, έτσι και οι δισκογραφικές «κιτρινίζουν» την μουσική. Με απλά λόγια ο καθαρά κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους, έχει μολύνει το μόνο πράγμα που χαρακτηρίζει την μουσική, τον πειραματισμό. Δεν υπάρχει χώρος για ανερχόμενους/μικρούς καλλιτέχνες να αποτυπώσουν τα συναισθήματα τους. Άρα, η μουσική είναι πρακτικά μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Ένας καθρέφτης που δείχνει καθαρά σε όλους μας τι συμβαίνει σε κοινωνικό, πολιτικό, και οικονομικό επίπεδο. Όταν δεν αφήνεις τα παιδιά σου να εκφραστούν μουσικά, πώς περιμένει κανείς να εκφραστούν πολιτικά και συναισθηματικά. Οι περισσότεροι «τιτάνες» της μουσικής έχουν περάσει τα πάνδεινα. Ο Layne Staley (Alice in Chains) και ο James Hetfield (Metallica), ο Eric Clapton , ο Axl Rose και πολλοί άλλοι. Αν όλοι αυτοί λοιπόν δεν εκφραζόντουσαν μέσω της μουσικής, εκτός από το γεγονός ότι δεν θα είχαμε ένα τεράστιο δισκογραφικό μεγαλείο, τι θα μπορούσε να τους σώσει;Από το παραπάνω ερώτημα συχνά βιώνω μια έντονη εσωτερική διαμάχη ως προπτυχιακός φοιτητής και κιθαρίστας. Νιώθω τις ξεπερασμένες πλέον για μένα απόψεις της παλιάς γενιάς, να παλεύουν με το όνειρό μου. Αφουγκράζομαι λοιπόν την άποψη ότι πρώτα πρέπει να σπουδάσω και να πάρω το πτυχίο μου στην φυσική τινάζοντας το όνειρο του επαγγελματία μουσικού στον αέρα. Έπειτα στο παιχνίδι αυτό έρχεται μια ίσως λογική σκέψη ότι μπορώ να τα δουλέψω ταυτόχρονα. Στο τέλος του εσωτερικού μονολόγου επικρατεί μια πεποίθηση ότι αν αγαπάς κάτι και δουλέψεις προσηλωμένος σε αυτό θα πετύχει. Μέσα από αυτό μπόρεσα να γεννήσω αρκετές απορίες που πιθανότατα και άλλοι άνθρωποι στην ίδια κατάσταση με εμένα θα έχουν. Η σημαντικότερη είναι η εξής: Για ποιόν λόγο δεν μπορώ να είμαι βέβαιος ότι θα μπορέσω να γίνω και να βιοποριστώ ως μουσικός; Οι απαντήσεις συναντούν δύο ερμηνευτικά επίπεδα.Το πρώτο είναι το εσωτερικό. Μιας και η μουσική εκφράζει συναισθήματα και ερμηνεύει-αποτυπώνει καταστάσεις, σημαίνει πως πρόκειται για έναν πολύ ρευστό χώρο. Όλα από την μία στιγμή στην άλλη αλλάζουν με ιλιγγιώδη ρυθμό. Οι άνθρωποι, όπως και τα πάντα στα φύση, θέλουν να βρίσκονται στην χαμηλότερη ενεργειακή κατάσταση, δηλαδή στην ασφάλεια και την σιγουριά. Άρα, από χέρι μπαίνει ήδη ένα εμπόδιο στον χώρο αυτό. Είναι το ρίσκο που θα κληθεί κάποιος να πάρει αν ψάχνει τον δρόμο αυτό. Αναρωτιέσαι αν οι συνεχείς αλλαγές είναι ένα κομμάτι που θες σιγά-σιγά να τιθασεύσεις ή αν δεν είσαι έτοιμος να βιώσεις την αναταραχή που προσφέρει γενναιόδωρα αυτό το ταξίδι στον κόσμο με τις νότες.Το δεύτερο είναι καθαρά βιοποριστικό. Μπορείς άραγε να καλύψεις τις οικονομικές ανάγκες για να ζήσεις την καθημερινότητα αξιοπρεπώς; Οι περισσότεροι μουσικοί εργάζονται χωρίς σταθερές συμβάσεις, συχνά με «μεροκάματο της βραδιάς». Υπάρχει αδήλωτη εργασία («μαύρα»), που σημαίνει μηδενική ασφάλιση και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Σε μπαρ/σκηνές, ένας μουσικός μπορεί να πάρει 20–50€ που φαινομενικά ακούγεται καλό μεροκάματο αλλά θα είναι για μια φορά την εβδομάδα , πιθανότατα και καμία. Οι κρατικές επιχορηγήσεις για μουσικές παραγωγές (εκτός από λίγα προγράμματα ,φεστιβάλ ή ΕΣΠΑ) είναι άφαντες. Κατά την πανδημία φάνηκε καθαρά πως πολλοί μουσικοί δεν είχαν δικαίωμα επιδότησης επειδή δεν αναγνωρίζονταν ως εργαζόμενοι με κανονικό επάγγελμα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αναγνώριση της μουσικής ως βασικής πολιτιστικής εργασίας ισότιμης με άλλους κλάδους. Άρα τη σήμερον ημέρα, η αξία της μουσικής έχει απαξιωθεί;Μπορεί η κοινωνία να μετράει την αξία της μουσικής με νούμερα και ευρώ, μα στην πραγματικότητα η μουσική πάντα θα μετράει εμάς και τις πληγές μας. Οι κοινωνία δεν δουλεύει χωρίς τραγούδι γιατί τότε θα υπάρχει μόνο θόρυβος χωρίς ψυχή. Είναι η μνήμη του κόσμου. Αν την αφήσουμε να σωπάσει, θα ξεχάσουμε ποιοι είμαστε.

  • The lawn dreams to be the mower

    The lawn dreams to be the mower

    Προσωπικά…

    you fix your coffee with a spoonful of sugar and a drop of milk 

    not because you like the taste of coffee 

    but to feel like a person who does

    you stroke her hair and kiss her tenderly

    not because you love her 

    but to feel like a person who loves

    you look outside the window to see a man mowing the lawn

    the lawn wants to be the mower 

    the mower wants to be the man

    if you blow into a reed it turns into a whistle

    if you turn your fork upside down

    it dreams to be a butter knife

  • Ο φόβος της έκθεσης μας κρατά πίσω

    Ο φόβος της έκθεσης μας κρατά πίσω

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ο φόβος της έκθεσης, γνωστός και ως «stage fright», είναι ένα από τα πιο συχνά συναισθήματα που βιώνουν οι άνθρωποι. Είτε πρόκειται για μια παρουσίαση στη δουλειά, είτε για μια σχολική εργασία, είτε ακόμα και για μια απλή παρέμβαση σε μια συζήτηση, πολλοί αισθάνονται έντονη πίεση όταν βρίσκονται μπροστά σε κοινό/ακροατές. Σύμφωνα με έρευνες, για κάποιους ο φόβος αυτός είναι ισχυρότερος ακόμα και από τον φόβο του θανάτου. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτό το συναίσθημα; 

    Συχνά, αποδίδουμε τον φόβο της έκθεσης σε έλλειψη αυτοπεποίθησης/ευχέρειας λόγου ή απλά θεωρούμε ότι δεν είμαστε «φτιαγμένοι» για κάτι τέτοιο από την γέννησή μας και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Υπάρχουν όμως βαθύτερες ρίζες.

    Αρχικά, βιολογικοί παράγοντες. Όταν βρισκόμαστε σε τέτοιες καταστάσεις, το σώμα μας ενεργοποιεί τον μηχανισμό «μάχης ή φυγής». Πρόκειται για μια φυσική αντίδραση άγχους. Έπειτα, ψυχολογικοί παράγοντες. Ο φόβος μην μας κρίνουν αρνητικά, η ανάγκη για τελειομανία, η χαμηλή πίστη στον εαυτό μας. Ειδικά για ορισμένα άτομα, το να νιώθουν ότι κάποιος τους βλέπει συνεχώς και ότι υπάρχουν πραγματικά και μπορούν να γίνουν αντιληπτοί από τον υπόλοιπο κόσμο, όχι μόνο σαν οντότητες, αλλά και πιο ειδικά, μπορεί οποιοδήποτε να δει πως μοιάζει το πρόσωπό τους, τα δόντια τους, τα μάτια τους, το χρώμα και την υφή των μαλλιών τους, τις τρίχες τους, τα χέρια τους, τα πόδια τους. «Βομβαρδιζόμαστε» καθημερινά από διάφορα «σποτ», «καμπάνιες» για το πόσο καλό θα μας κάνει να αποδεχθούμε τον εαυτό μας όπως είναι, πως το κάθε άτομο είναι ξεχωριστό πάνω στην γη και άλλα τέτοια. Ακόμη, όμως, δεν έχουμε καταφέρει να απομυθοποιήσουμε σαν υπάρξεις την εξωτερικά εικόνα/ομορφιά. Πάντα ο πιο όμορφος έχει το προνόμιο. Στην ουρά του σουπερμάρκετ, στην μουσική και την αναγνωρισιμότητα, στους στόχους και τα όνειρά του, παντού. Είναι λες και κάθε μέρα που περνάει μαθαίνουμε ότι η δημόσια εικόνα μας έχει όλο και περισσότερη αξία. Και αν κάτι μας κρατά πίσω τα βράδια είναι ότι μια μέρα, σε αρκετά χρόνια από τώρα, όλα αυτά θα αλλάξουν. Το σώμα και η ομορφιά είναι παροδικά, όπως και εμείς εξάλλου. 

    Και τότε θα καταλάβουμε πως δεν κάναμε ποτέ όλα όσα θέλαμε πραγματικά με τον φόβο της έκθεσης, πως κάποιος θα καταλάβει ότι γεράσαμε, ότι μεγαλώσαμε, ότι αλλάξαμε και κυρίως ότι ίσως δεν είμαστε τόσο δυνατοί όσο νομίζουμε.

  • Γιατί ο κινηματογράφος του Γιώργου Λάνθιμου είναι πιο επίκαιρος από ποτέ?

    Γιατί ο κινηματογράφος του Γιώργου Λάνθιμου είναι πιο επίκαιρος από ποτέ?

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Με αφορμή την πρόκριση της νέας ταινίας του Γίωργου Λάνθιμου με τίτλο “Bugonia” στο διαγωνιστικό μέρος του Φεστιβάλ Βενετίας για το 2025, ακολουθώντας τα θριαμβευτικά, όπως αποδείχθηκαν, βήματα του “Poor Things” το 2023, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι το λανθιμικό σινεμά ήρθε για να κάνει για άλλη μια φορά αισθητή την παρουσία του και είναι πιο σύγχρονο από ποτέ.

    Ο Γιώργος Λάνθιμος ξεκινώντας με την «Κινέττα» του το 2005, προκαλώντας το πρώτο σοκ με τον «Κυνόδοντα» το 2009, ανοίγοντας τα καλλιτεχνικά του φτερά με τον «Αστακό» και πολλές άλλες δημιουργίες και παγιώνοντας πλήρως το καλλιτεχνικό του μεγαλείο με το “Poor Things” καταφέρνει να διαγράψει τα όρια μεταξύ αλληγορίας και ρεαλισμού. Οι ταινίες του είναι η απόδειξη ότι ένα σενάριο που μοιάζει δυστοπικό, απόκοσμο, αλλόκοτο και φουτουριστικό μπορεί να είναι απείρως κοντά στην πραγματικότητα βιώνουμε. Ο Λάνθιμος, με ξεκάθαρες επιρροές από τον μινιμαλιστικό, αφαιρετικό κινηματογράφο του Michelangelo Antonioni, του Robert Bresson, ακόμα και στοιχεία από τον πολιτικοκοινωνικό κινηματογράφο του Godard και μοντερνιστικά Μπρεχτικά στοιχεία που αποδομούν την κλασσική αφηγηματική λογική, καταφέρνει να μας να μας κάνει να νιώσουμε άβολα, αμήχανα, μόνοι και εκτεθειμένοι μα και σαφώς ταυτισμένοι με τους weird but real κόσμους του. Λάτρης των σκηνοθετών του Dogma 95 Lars von Trier και Thomas Vinterberg αλλά φυσικά και του Michael Haneke καταφέρνει να μας σοκάρει αλλά και να μας μαγνητίσει με έμμεση ή άμεση βία που όμως κατά κάποιον τρόπο είναι πάντα παρούσα στη ζωή μας. Η συναισθηματική απονέκρωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από τις μηχανικές και κοφτές κινήσεις στην υποκριτική των ηθοποιών του, η προφανώς άνιση σχέση εξουσίας μεταξύ των φύλων, οι κοινωνικές προσδοκίες για τις ερωτικές σχέσεις, η επιστροφή του ατόμου στα ζωώδη ένστικτά του, οι έννοιες της θυσίας και της ανούσιας θρησκευτικής ενοχής, η ματαιότητα της ύπαρξης, η εξάρτηση του σύγχρονου ατόμου από το χρήμα, την εργασία, τον καταναλωτισμό, η καταπίεση που οδηγεί σε βία, όλα δωσμένα μέσα από τον φακό του Γιώργου Λάνθιμου, πάντα σαν ένα
    παράξενο παραμύθι για ενήλικες με μια δόση σάτιρας και κριτικής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε μια εποχή κοινωνικών ανισοτήτων που όλο διογκώνονται, απουσία συναισθηματικής νοημοσύνης, έξαρση κοινωνικής αποξένωσης, βίας και αναζήτησης μιας διαφυγής που δεν είναι εφικτή, ο λανθιμικός κινηματογράφος είναι εδώ για να μας ξεμπροστιάσει σαν κοινωνία και, ίσως κάποτε, να αηδιάσουμε πραγματικά και να πάρουμε θέση.

    Η “Bugonia” αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αίθουσες τον Νοέμβριο, αποτελεί ένα remake του κορεάτικης παραγωγής sci-fi “Save the Green Planet” (2003), και αφορά δύο «αλλόκοτους» λανθιμικούς χαρακτήρες που απαγάγουν την CEO μιας μεγάλης
    πολυεθνικής εταιρείας θεωρώντας την υπεύθυνη για όλα τα δεινά του πλανήτη. Αναμένουμε να δούμε ξανά τις αίθουσες γεμάτες και το όνομα ενός σύγχρονου ανεπανάληπτου Έλληνα σκηνοθέτη να ακούγεται και να θριαμβεύει στα διεθνή φεστιβάλ,
    ακόμα κι αν η επίτιμη Υπουργός Πολιτισμού μας δεν πάει να δει την ταινία, καθώς θεωρεί το περιεχόμενό της απρεπές για γυρίσματα στην Ακρόπολη, την ίδια στιγμή που τα μνημεία βεβηλώνονται από χιλιάδες τουρίστες καθημερινά. Με ή χωρίς Ακρόπολη, Ο Γιώργος Λάνθιμος πάει Βενετία και ελπίζουμε και Όσκαρ!

  • Άγγελος: Μία cult ελληνική gay ταινία

    Άγγελος: Μία cult ελληνική gay ταινία

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ο Άγγελος είναι μία δραματική ταινία, παραγωγή του 1982 με πρωταγωνιστές τον Μιχάλη Μανιάτη στον ρόλο του Άγγελου και τον Διονύση Ξάνθο στον ρόλο του Μιχάλη, σκηνοθέτη τον Γιώργο Κατακουζηνό και μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη. Η ταινία ξεκινά με την γνωριμία των δύο ηρώων και σιγά σιγά μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για την ζωή του Άγγελου, ο οποίος δουλεύει σε ένα κοσμηματοπωλείο, η μητέρα του φαίνεται πως έχει κουραστεί από την ζωή και τις πολλές υποχρεώσεις, ο μπαμπάς του είναι εργάτης και είναι εθισμένος στο αλκοόλ, η αδερφή του καταλαβαίνουμε ότι έχει κάποια αναπηρία και η
    γιαγιά του την οποία επισκέπτεται σε κάποιο σημείο της ταινίας, σκιαγραφείται ως η«τρελή» του χωριού και αποκαλείται «πόρνη» από άλλες συχγωριανές της.

    Ο Άγγελος, με μία τέτοια οικογένεια στις πλάτες του, ερωτεύεται τον Μιχάλη, έναν ναυτικό, πιο «σκληρό» άντρα, όπως προσπαθεί η ταινία να τον παρουσιάσει, που τον καλεί σε διάφορα ραντεβού και του προτείνει αργότερα να μετακομίσουν μαζί σε ένα διαμέρισμα. Αργότερα, του πηγαίνει ως δώρο σε ένα κουτί «γυναικεία» εσώρουχα και του προτείνει να τα φορέσει. Μία επίσκεψη σε ένα πάρτι φίλων, φέρνει τον Άγγελο στην άβολη θέση να συνειδητοποιήσει ότι ο Μιχάλης θα είναι δικός του μόνο αν «αλλάξει» και «γίνει γυναίκα». Δεν άργησε η στιγμή που ο Μιχάλης ώθησε τον Άγγελο στην σεξεργασία για να μπορούν να πληρώνουν το ενοίκιο και άλλες υποχρεώσεις αλλά και για να αγοράσει εκείνος καινούρια μηχανή.

    Η ταινία αυτή δείχνει λεπτομερώς τον κόσμο της σεξεργασίας στην τότε Αθήνα, τις κακόφημες «πιάτσες», το πώς ζούσαν τα τρανς άτομα και τους κινδύνους που εμπεριείχε αυτή η ζωή όπως και τα προβλήματα με την αστυνομία.

    Στο τέλος, απογοητεύμενος και θυμωμένος ο Άγγελος καταλήγει να σκοτώνει τον Μιχάλη, κόβοντάς του τον λαιμό στο διαμέρισμά τους.

    Το πιο περίεργο από όλα είναι, ότι η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα στην δολοφονία του 21χρονου ναύτη Ανέστη Παπαδόπουλου από τον 19χρονο ναύτη και σύντροφό του Χρήστο Ρούσσο, σε ένα διαμέρισμα της Καλλιθέας, στις 7 Απριλίου το 1976. Ο Χρήστος Ρούσσος καταδικάστηκε τότε από το ναυτοδικείο σε ισόβια κάθειρξη με τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να χαρακτηρίζουν και τους δύο «ανώμαλους». Όταν ξεκίνησε η προβολή της ταινίας, όπου και «σάρωσε», καθώς έλαβε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βραβεία για το καλύτερο σενάριο, Ά ανδρικού ρόλου για τον Μιχάλη Μανιάτη και καλύτερης ταινίας, όπως και 300.000 εισητήρια μόνο στους κινηματογράφους της Αθήνας και του Πειραιά, ο Χρήστος Ρούσσος κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα, καθώς ισχυρίστηκε πως η οικογένειά του δεν ήταν έτσι στην πραγματικότητα, ούτε «είχε μεταμφιεστεί σε γυναίκα ποτέ».

    Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2023 κυκλοφορεί στο Youtube ένα ντοκιμαντέρ του Κώστα Πάρη με τίτλο «Ήσαν και οι δυο ανώμαλοι (documentary)» με καλεσμένο τον Χρήστο Ρούσσο που εξηγεί λεπτομερώς όλα αυτά που ένιωσε και τον οδήγησαν στον φόνο του συντρόφου του, τον δημιοσιογράφο – ακτιβιστή Γρηγόρη Βαλιαννάτο που περιγράφει το κλίμα της εποχής και τον ηθοποιό Μιχάλη Μανιάτη που μεταφέρει πληροφορίες από το παρασκήνιο της ταινίας.