The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ετικέτα: Πολιτισμός

  • Ας μιλήσουμε για το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας

    Ας μιλήσουμε για το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας

    ΑφιερωσέΤο

    Στις μέρες μας, η λέξη ελευθερία παιρνά μία κρίση. Παγκοσμίως εξελίσσονται γεγονότα τα οποία μας κάνουν να κατανοήσουμε ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη για όλους.

        Απ’τους πολέμους  οι οποίοι γίνονται λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ την χώρα μας, όπως για παράδειγμα, αυτός ανάμεσα στην Ρωσία και την Ουκρανία, μέχρι την λογοκρισία στην δημοσιογραφία, η ελευθερία έχει πολλές μορφές και βάλλεται απ’παντού. Η ελευθερία είναι το σημαντικότερο  θεμελειώδες ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο όλοι οι άνθρωποι έχουν, ή για να γίνω πιο συγκεκριμένη, αυτό το δικαίωμα, το στερούνται πολλές ομάδες ανθρώπων  απ’ την κοινωνία.

    Η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος είναι μια μόνο απ’ τις πολλές  ελευθερίες οι οποίες κινδυνεύουν τόσο στην Ευρώπη όσο και παγκοσμίως. Γι’αυτό το λόγο τα κοινωνικά κινήματα, όπως το φεμινιστικό κίνημα, υπάρχουν και  θα συνεχίζουν να υπάρχουν, ώστε όλοι οι άνθρωποι να συνυπάρχουν ισότιμα και να ζουν ελεύθερα, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις 

    Ο πίνακας (τον οποίο παραθέτω στην αρχη του άρθρου) του Γάλλου ζωγράφου Eugène Delacroix με τίτλο «Liberty Leading the People» του 1830, ταιριάζει απόλυτα με την θεματική αυτού του άρθρου. Ο Delacroix τον εμπνεύστηκε απ’την Ιουλιακή Επανάσταση του Παρισιού. Ως κεντρική χαρακτήρας είναι μια ημήγυμνη και ξυπόλητη γυναίκα. Φοράει την φρυγική σκούφια των Ιακωβίνων στο κεφάλι.Κρατάει στο αριστερό της χέρι την, απαγορευμένη για την εποχή, γαλλική σημαία με τα τρία χρώματα, το μπλε, το λευκό και το κόκκινο. Αντιπροσωπεύει την «Ελευθερία» ή αλλιώς «Marianne» στα γαλλικά. Το βλέμμα της είναι στραμμένο προς το λαό,  ο οποίος απαρτίζεται απ’όλα τα κοινωνικα στρώματα, από  φοιτητές και  απλους εργάτες έως πολεμιστές . Όλοι είναι ενωμένοι και έτοιμοι να πολεμήσουν την μοναρχία και να ανακτήσουν ξανά την  ελευθερία τους 

    Το τραγούδι των Queen «I want to break free» κυκλοφορεί το 1984. Όλα τα μέλη της μπάντας είναι ντυμένοι in drag. Ο Freddie Mercury τραγουδά ότι θέλει να απελευθερωθεί και  ότι  ερωτευθηκε  κάποιον  αληθινά για πρώτη φορά  κάποιον.Δεν θέλει να μείνει  μόνος του. Συνολικά το τραγούδι υμνεί την απελευθέρωση

    Τέλος, παραθαίτω ένα απόσπασμα απ’το ποιήμα «Φυλακισμένο πουλί» της Μάγια Αγγέλου, η οποία ήταν ποιήτρια, τραγουδίστρια, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ακτιβίστρια για δικαίωματα των πολιτών. Για το Αφηέρωσέ το αυτής της εβδομάδας , με θέμα την αξία της ελευθερίας, δεν θα μπορουσε να ταιριάξει περισσότερο ένα τέτοιο ποιήμα, καθώς μας δείχνει ότι όσο δύσκολο και τρομακτικό και αν είναι, οφείλουν όλοι οι άνθρωποι να συνεχίσουν να διεκδικούν την ελεύθερια. Ακόμα και αν την έχουν ξεχάσει. 

             Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά

              με έναν φοβισμένο σκοπό

                 για πράγματα άγνωστα

                μα επιθυμητά από καιρό

              και η μελωδία του ακούγεται

                  στο μακρινό βουνό

              γιατί το φυλακισμένο πουλί

               τραγουδά την ελευθερία.

  • In all its glory

    In all its glory

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    you have deprived yourself

    so foolishly

    of sharing shame in all its glory

    watching it spin and spin in pirouettes

    whimsical as in a dream

    you have betrayed yourself

    so foolishly 

    in senseless conversation

    servant of a void all polished with deceit 

    you bite your tongue until its tender

    your hair is growing into knots

    a corpse decaying oh so slowly

    regret that lingers on your throat

  • Στηρίζουμε το “Athens Palestine Film Festival”

    Στηρίζουμε το “Athens Palestine Film Festival”

    Διεθνής Ματιά

    Το Φεστιβάλ Παλαιστινιακού Κινηματογράφου της Αθήνας (APFF) επιστρέφει από τις 16 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2025 ! Ετοιμαστείτε για μια δυναμική σειρά από ισχυρές παλαιστινιακές ταινίες και ντοκιμαντέρ, στην καρδιά της Αθήνας. Στόχος του Φεστιβάλ είναι η προβολή και προώθηση ταινιών και ντοκιμαντέρ Παλαιστινίων δημιουργών και με θέμα το καθεστώς παράνομης κατοχής στη Γάζα και τη Δυτική όχθη, στα πλαίσια διαφύλαξης της παλαιστινιακής κουλτούρας και της στήριξης της αντίστασης του Παλαιστινιακού λαού.Θα έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε πολλές ταινίες στις αίθουσες Τριανόν, Studio, Newman Cinema, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και το Onassis Air. Το Φεστιβάλ ξεκινάει με την προβολή στο Τριανόν “The Voice of Hind Rajab”, της ταινίας που δέχτηκε το σπουδαιότερο standing ovation στην ιστορία του Φεστιβάλ Βενετίας. Ένα ντοκιμαντέρ που έχει αποκτήσει συμβολική διάσταση καθώς η σκηνοθέτις Kaouther Ben Hania αποτύπωσε την στιγμή που η 6χρονη Hind Rajab, εγκλωβισμένη σε ένα αυτοκίνητο που δεχόταν πυρά κάλεσε για βοήθεια, τα τελευταία λεπτά πριν δολοφονηθεί. Οι ηχογραφήσεις της μικρής που χρησιμοποιούνται στο ντοκιμαντέρ είναι οι αληθινές λίγο πριν χάσει τη ζωή της. Θα παρακολουθήσουμε επίσης το “To a Land Unknown”, την ιστορία δύο Παλαιστινίων προσφύγων στην Αθήνα και του καθημερινού αγώνα τους εδώ. Αξιοσημείωτο είναι και το ντοκιμαντέρ “Gaza Calling”, σκηνοθετημένο το 2012 που μας παρουσιάζει μια οικογένεια που ζει διασπασμένη ανάμεσα στη Δυτική όχθη και τη Γάζα, και τον επί ετών αγώνα τους να ενωθούν και να δουν ο ένας τον άλλον, πράγμα εξαιρετικά περίπλοκο λόγω των αυστηρών ελέγχων διαβατηρίων και των λοιπών περιορισμών, μας θυμίζει την εξαιρετική ταινία «200 Μέτρα» του Ameen Nayfeh, την οποία παρακολουθήσαμε πέρσι στο Φεστιβάλ. Είναι εξέχουσας σημασίας να τονίζεται η υπέρτατη δυσκολία των φυσικών μετακινήσεων των Παλαιστινίων εντός της πατρίδας τους ακόμα και πριν την 7η Οκτωβρίου, δυσκολίες που δεν μπορούμε καν να συλλάβουμε νοητικά και που χώριζαν ολόκληρες οικογένειες, μας κάνει να καταλάβουμε ότι ακόμα και μια εγγύς απόσταση σε μια κατεχόμενη και ελεγχόμενη από ξένες δυνάμεις ζώνη μπορεί να μην είναι εγγύς στην πραγματικότητα. Άξιο αναφοράς ανάμεσα στις προβολές είναι και το “A Fidai Film” του Kamal Jafari, πειραματικό και αρκετά αντισυμβατικό ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να φέρει στην επιφάνεια τη λεηλασία του «Παλαιστινιακού Ερευνητικού Κέντρο» κατά τη διάρκεια της Ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο το 1982 και το κάψιμο όλου του αρχείου. Το ντοκιμαντέρ θίγει το ζήτημα του συλλογικού τραύματος της απώλειας της πολιτισμικής κληρονομιάς ενός λαού του οποίου εδώ και έναν αιώνα πασχίζουν να εξαφανίσουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ακόμα, τo “Once Upon a Time in Gaza” και το “All that is left of you” είναι πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές, στο πρώτο μια μικρή ένδειξη της καθημερινότητας στη Λωρίδα της Γάζας προ της 7ης Οκτωβρίου σε μια ζώνη που η παραβατικότητα είναι τρόπος επιβίωσης σε έναν τόπο όπου κάθε έννοια κράτους είναι ακρωτηριασμένη από τον δυτικό κόσμο και στο δεύτερο το ζήτημα του διαγενακού τραύματος, όπου βλέπουμε τρεις γενιές της ίδιας οικογένειας να βιώνουν τις συνέπειες του εκτοπισμού. Τέλος, δεν θα γινόταν να μην αναφερθούμε στο «Πάρε την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα», το ντοκιμαντέρ για τη ζωή στη Γάζα από τη σκοπιά της νεαρής φωτορεπόρτερ Fatma Hassouna, η οποία σκοτώθηκε σε ισραηλινή επίθεση στις 16 Απριλίου 2025, μαζί με μέλη της οικογένειάς της, μόλις μια μέρα μετά την επίσημη επιλογή της ταινίας στο φεστιβάλ Καννών. Ο τίτλος του ντοκιμαντέρ είναι η φράση που έλεγε στον εαυτό της για να βρει κουράγιο να βγει από το σπίτι της, και το έργο αφορά την καθημερινή αποτύπωση της κόλασης που βίωνε στο ανοιχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο οποίο έχει μετατραπεί η Γάζα.Οι παραπάνω είναι προφανώς μερικές από τις ταινίες και τα ντοκιμαντέρ που επιλέξαμε να αναφέρουμε, κατά τ ’άλλα καθεμιά από τις δουλειές που θα προβληθούν κουβαλάει τη δική της ιστορία και τον δικό της πόνο και αξίζει την παρουσία μας. Δεν είναι ένα Φεστιβάλ ψυχαγωγίας αλλά ένα φεστιβάλ αλληλεγγύης, εκπαίδευσης και ενημέρωσης. Μια υπενθύμιση ότι η σωστή ατομική και συλλογική στάση είναι πάντα στο πλευρό των λαών, στο πλευρό των αδύναμων, στο πλευρό των ανθρώπων που βιώνουν καθεστώς αποικιοκρατίας και έχουν κάθε δικαίωμα αντίστασης σε αυτήν την καταπάτηση. From the River to the Sea Palestine will be Free!!!!

  • Αθάνατοι μετά θάνατον

    Αθάνατοι μετά θάνατον

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Χθες έτυχε να ξαναδιαβάσω την «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» του Καρυωτάκη, ένα έργο αφιερωμένο στους καλλιτέχνες που, παρά το χάρισμα τους, δεν αναγνωρίστηκαν όσο ζούσαν. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ίδιος ο Καρυωτάκης, το έργο του οποίου δεν βρήκε σημαντική ανταπόκριση από το κοινό της εποχής μέχρι τον θάνατο του, που σηματοδότησε την απαρχή της φήμης του. Και κάπου εδώ θέλω να αναφερθώ στο πρωτοφανές, πως ένας πραγματικά μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών αποκτούν φήμη μόνο μετά τον θάνατο τους. Πολλοί το αιτιολογούν με την αλλαγή των εποχών και των αντιλήψεων, ή με τ’ ότι ο θάνατος αποτελεί μια ολοκλήρωση του έργου τους, διευκολύνοντας το κοινό να το επεξεργαστεί πιο καθολικά. Εάν ρωτάτε εμένα, βέβαια, δεν πιστεύω πως σχετίζεται με τόσο πρακτικούς παράγοντες, αλλά με μια αναμφίβολη εμμονή του ανθρώπου με τον θάνατο, ή, μάλλον, με την αθανασία. Οι ιστορίες καλλιτεχνών όπως ο Van Gogh, η Emily Dickinson, ακόμα και ο Vivaldi, όλοι καλλιτέχνες που δεν δοξάστηκαν όσο ζούσαν, παραπέμπουν σε μια γενικότερη πεποίθηση πως ο θάνατος είναι αυτό που νοηματοδοτεί την ζωή, ότι η ζωή δεν εστί χωρίς αυτόν. 

    Παράδειγμα αυτού αποτελούν και οι περισσότερες θρησκείες, οι οποίες αναφέρονται στην μεταθανάτια ζωή ως την ολοκλήρωση του ανθρώπινου βίου. Οι αρχαίοι Έλληνες με τον Άδη, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ με τον Παράδεισο και οι ινδικές θρησκείες με την μετενσάρκωση, επιχειρούν να εξασφαλίσουν την συνέχιση της ύπαρξης, να ξεπεράσουν τον θάνατο και να περάσουν σε ένα στάδιο αιώνιας αθανασίας. Έτσι και τα έργα των καλλιτεχνών αποκτούν πραγματική αξία μετά τον θάνατο τους, ίσως γιατί η ιστορία τους γίνεται απευθείας πιο τραγική, ή ίσως επειδή οι άνθρωποι σέβονται τους νεκρούς περισσότερο από τους ζωντανούς και η υστεροφημία είναι πιο σημαντική από την φήμη. Στην αρχαία Ελλάδα η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να αποδοθεί σε κάποιον ήταν η υστεροφημία, η συνέχιση της μνήμης του μέσα στους αιώνες. Τα κατορθώματα στρατιωτικών, πολιτικών και καλλιτεχνών ηχούσαν σθεναρά στο πέρασμα του χρόνου, με την διασφάλιση της φήμης αυτής να αποτελεί τον απώτερο σκοπό της ζωής τους. Οι νεκροί τους θάβονταν με χρυσαφικά και προσωπικά αντικείμενα για την ομαλή μετάβαση τους στην επόμενη ζωή, αλλά και για να τιμηθεί ο επίγειος βίος τους.

    Όσο γράφω αυτό το κείμενο μου έρχεται στο μυαλό ο πίνακας του Banksy που καταστράφηκε εσκεμμένα από τον καλλιτέχνη την ώρα μιας δημοπρασίας. Ο Banksy προσπάθησε να αποδείξει την γελοιότητα των δημοπρασιών τέχνης σκίζοντας το έργο του, του οποίου η τιμή εκτοξεύθηκε μετά απ´την καταστροφή του. Αν και το συγκεκριμένο παράδειγμα παραπέμπει και στην υποκρισία του καλλιτεχνικού κοινού, σίγουρα αποδεικνύει πως κάτι αποκτά περισσότερη αξία μετά την διάλυση του.

    Και για να επιστρέψω στον Καρυωτάκη, ο ίδιος, λίγα χρόνια πριν πεθάνει από αυτοκτονία, είχε γράψει ένα ποίημα ονόματι «Υστεροφημία» όπου ανέφερε ότι «τον θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου». Η σκέψη της μεταθανάτιας ύπαρξης, λοιπόν, πάνω απ´όλα λειτουργεί λυτρωτικά, δίνοντας νόημα στην λαβωματιά της ζωής και την αβεβαιότητα που την στιγματίζει. Οι καλλιτέχνες μέσα από τα έργα τους παραμένουν αθάνατοι και δοξάζονται επ’ άπειρον. 

  • Άλλη μια κριτική για το “Harvest”

    Άλλη μια κριτική για το “Harvest”

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Με αφορμή την άφιξη στις ελληνικές αίθουσες της πολυαναμενόμενης ταινίας “Harvest” της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη, είπαμε να πούμε δυο λόγια για αυτήν, ελπίζοντας να πάτε να την δείτε, καθώς τέτοιες ταινίες είναι δύσπεπτες, συγκλονιστικές και αξίζουν στην μεγάλη οθόνη. Πρόκειται για  την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Jim Crace, το οποίο εκδόθηκε το 2013 και απέσπασε σημαντικές διακρίσεις. Η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται σε ένα δυστοπικό -ίσως όχι και τόσο- αγροτικό οικισμό παρουσιάζοντας την καθημερινότητα της κοινότητας σε αυτόν. Ο κεντρικός θεματικός άξονας του έργου είναι η μετατροπή της γης σε ιδιωτική περιουσία. Στην ουσία το βιβλίο μιλάει περισσότερο για τις μεταρρυθμίσεις των enclosures στην Αγγλία οι οποίες έλαβαν χώρα σταδιακά (16ος-19ος αιώνας), δηλαδή την διαδικασία περίφραξης και ιδιωτικοποίησης των κοινόχρηστων γαιών που ανήκαν στους αγρότες και ύστερα με βία και ξεριζωμό αγοράστηκαν από αστούς ιδιώτες οι οποίοι επέβαλαν μια νέα τάξη πραγμάτων για την οικονομία και  τη διαδικασία παραγωγής. Και όσο δύσκολο κι αν ακούγεται το να αποτυπώσει κανείς σε ταινία το ζήτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, η Αθηνά-Ραχήλ Τσαγκάρη το κατάφερε περίφημα.

    Με τον καθηλωτικό Caleb Landry Jones στον πρωταγωνιστικό ρόλο, τον Sean Price Williams στη διεύθυνση φωτογραφίας και φυσικά το τοπίο των Western Highlands, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα της ταινίας, η κα Τσαγκάρη και η ομάδα της ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μας την οπτική τους γωνία για τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε το σύστημα στο οποίο καλούμαστε να επιβιώσουμε σήμερα. Χωρίς υπερβολές και κινήσεις εντυπωσιασμού, αλλά με απλότητα και αμεσότητα  παρακολουθούμε ένα folk κοινωνικοπολιτικό δράμα για μια κοινότητα που ζούσε με συλλογικότητα και αλληλεγγύη, έχοντας πλήρη αλλά και κοινόχρηστα δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης στα μέσα παραγωγής που διαχειρίζεται, μέχρι που ξένοι παράγοντες, εύποροι από την πόλη, αποφασίζουν να «επενδύσουν» στην περιοχή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η αίσθηση ανισότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτη, όλοι χρησιμοποιούν τους ίδιους πόρους και ζουν από όσα προσφέρει η γη και η φύση χωρίς παράγοντες διαμεσολάβησης. Όλα αλλάζουν όταν κάποιος από το «κέντρο» της πόλης,  εκτός κοινότητας, διορίζεται να χαρτογραφήσει την περιοχή, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μεγάλη αλλαγή, το μοίρασμα της γης σε ιδιώτες, την μετατροπή της σε κεφάλαιο.

    Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο δείχνει αυτή τη μετατροπή, την στιγμή που όλα αλλάζουν,  γιατί αλλάζει το σύστημα. Οι χωρικοί δεν είναι πλέον αυτάρκεις αλλά αναγκάζονται να γίνουν μισθωτοί, ανήμποροι να προβάλλουν αντίρρηση όταν συνειδητοποιούν ότι οποιαδήποτε στάση αντίδρασης θα τους στερήσει αυτόματα την επιβίωσή τους. Δεν θα εργάζονται πλέον για τις ανάγκες των ίδιων αλλά για τις ανάγκες των ιδιωτών και η γη από την οποία ζούσαν καλλιεργώντας την είναι πλέον ιδιωτική περιουσία και δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε αυτήν. Ο τρόπος που η σκηνοθέτης αποτυπώνει τη μεταφορά  της εργασίας από συλλογική παραγωγή σε εμπόρευμα είναι ιδιαίτερα καινοτόμος και τολμηρός, όπως και η ανάδειξη της εμπορευματοποίησης της ίδιας της γης, του γυναικείου σώματος, ακόμα και της παιδικής αθωότητας. Ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίδειξη και επιβολή εξουσίας είναι πλέον χρήσιμο, καθώς το νέο σύστημα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό, η επιβολή εξουσίας του «ισχυρού» προς τον «ανίσχυρο» είναι αναπόσπαστο κομμάτι του. Οι ξένοι χωρικοί που ενδεχομένως αναζητούν μια καλύτερη τύχη αντιμετωπίζονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, ως εισβολείς και υπεύθυνοι για τα προβλήματα της κοινότητας, ενώ οι πραγματικοί ιθύνοντες δεν είναι οι ξένοι αλλά οι πρώιμοι καπιταλιστές, οι επενδυτές και όσοι τους ακολουθούν, εκείνοι που στην ουσία μοίρασαν τη γη σε ατομικές ιδιοκτησίες. Εντυπωσιακό είναι επίσης το γεγονός ότι μετά την αγορά της έως τότε κοινόχρηστης γης, ο εγωισμός και ο ατομικισμός γίνονται «αυτομάτως» το κυρίαρχο δόγμα, στόχος πλέον δεν είναι το πως θα προαχθεί και θα εξελιχθεί το σύνολο της κοινότητας, αλλά  το πώς τα άτομα ξεχωριστά θα εργαστούν για να επιβιώσουν και να ανελιχθούν ατομικά στη νέα τάξη πραγμάτων. Η ομαδικότητα αντικαθίσταται με καχυποψία και τάση προς τη μοναχικότητα. Τέλος, ένας έξυπνος παραλληλισμός με τη σύγχρονη εποχή είναι το γεγονός ότι όσα παρουσιάστηκαν στους χωρικούς ως «εξέλιξη», «πρόοδος» και «ανάπτυξη» είναι εν τέλει αυτά που τους ανάγκασαν σε εκτοπισμό, αυτά που έκαναν τις συνθήκες στον τόπο τους μη βιώσιμες και τους ανάγκασαν σε φυγή.

    Μια ταινία για τις επιβεβλημένες συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος, για μια ιστορική εποχή που σπάνια βλέπουμε αποτυπωμένη στη μεγάλη οθόνη και βεβαίως είναι πάρα πολύ σημαντικό να βλέπουμε δουλειές γυναικών σκηνοθετριών να αναδεικνύονται ισάξια και να λαμβάνουν την αναγνώριση που τους αρμόζει. Η ταινία βρίθει ποιητικών στοιχείων και ταξιδεύει τον θεατή σε μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν που όμως είναι μια προσομοίωση των όσων ζει σήμερα … ευφυέστατο! 

  • Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Πολλές συζητήσεις για τις συγκεκριμένες ταινίες και για το πως εν τέλει αποτυπώνεται το ζήτημα των εξαρτήσεων στη μεγάλη οθόνη. Έχουν ο ταινίες εκπαιδευτικό χαρακτήρα ή απλά έχουν ως σκοπό την αποτύπωση μιας εκάστοτε ρεαλιστικής (ή μη) κατάστασης; Ας μιλήσουμε όμως για αυτές λίγο πιο αναλυτικά.

    Στο “Requiem for a Dream” (2000) του Darren Aronofsky παρατηρούμε εν τάχει την παράλληλη καθημερινότητα τριών βασικών χαρακτήρων της Μάριον (Jennifer Connelly), του Χάρυ (Jarred Leto) και της μητέρας του (Ellen Burstyn), με κεντρικό άξονα το ζήτημα των εξαρτήσεων γενικότερα και όχι καθαρά των κλασσικών ναρκωτικών ουσιών. Η μητέρα του Χάρυ, ζώντας μόνη σε ένα διαμέρισμα μιας υποβαθμισμένης περιοχής μεταθέτει την κάθε ελπίδα της για χαρά ή πληρότητα από την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία του γιού της στο να εμφανιστεί στο αγαπημένο της τηλεπαιχνίδι. Προκειμένου να το πετύχει καταλήγει σε αμφίβολης ποιότητας χάπια αδυνατίσματος τα οποία καταναλώνει εμμονικά σε υπερβολικές δόσεις καταλήγοντας σε οπτικοακουστικές παραισθήσεις, πολλαπλές κρίσεις και  ψυχωτικά επεισόδια. Η Μάριον από την άλλη, ο χαρακτήρας που για ορισμένους λόγους σοκάρει τους  περισσότερους θεατές της ταινίας που έχω γνωρίσει, έχει όνειρο να χαράξει τη δική της πορεία στη μόδα ανοίγοντας το δικό της μαγαζί με ρούχα και να ζήσει με τον Χάρυ, ο οποίος τρελά ερωτευμένος μαζί της ονειρεύεται να ζήσουν μαζί κάπου μακριά από την υποβάθμιση της περιοχής τους και τις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει. Ο Χάρυ, στην προσπάθειά του να φύγει με την Μάριον, χρησιμοποιεί το εμπόριο ηρωίνης ως τρόπο να αποκτήσει γρήγορα χρήματα, κάνοντας παράλληλα χρήση μαζί με την κοπέλα του. Οι δύο τους καταλήγουν σε ακραίες και βίαιες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές προκειμένου να αποκτήσουν άλλη μια δόση, και το όνειρο του καθενός από τους ήρωες σβήνει απότομα… Η ταινία με την υπέροχη μουσική επιμέλεια και το καινοτόμο μοντάζ έκανε μεγάλο ντόρο όταν προβλήθηκε και οδήγησε πολλούς επισκέπτες της αίθουσας στο να βγαίνουν με ανακατεμένο στομάχι και βουρκωμένα μάτια. Παρόλα αυτά, η άποψή μας  είναι ότι η ταινία  εστίασε υπερβολικά σε αυτό, στο να προκαλέσει στον θεατή εκτεταμένο σοκ, μεταχειρίζοντας τους χαρακτήρες της ακραία τιμωρητικά έως και μη ρεαλιστικά, μη δίνοντας βάση στα στάδια της εξάρτησης και απλά αφήνοντας την εγωιστική επίγευση «κοίτα που φτάνει ο άνθρωπος για μια μαλακία, ευτυχώς που εγώ δεν βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση». Και με αυτό ας πάμε στη δεύτερη ταινία μελέτης που ίσως μας δίνει κάτι περισσότερο.

    Το “Breaking Bad” (2008) του Vince Gilligan με πρωταγωνιστή τον  Bryan Cranston για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού θεωρείται η καλύτερη τηλεσειρά  όλων των εποχών, κατέχει τεράστια εισπρακτική επιτυχία και εκατομμύρια fans παγκοσμίως. Η ιστορία του λίγο γλυκούλη και αρκετά βαρετού καθηγητή χημείας στο New Mexico που ξεκινά να παρασκευάζει και να πουλά  κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη μόλις μαθαίνει ότι πάσχει από καρκίνο, στην προσπάθειά του να μην αφήσει την οικογένειά του στον δρόμο απ’ό,τι φαίνεται  συγκλόνισε τον πλανήτη. Τι είναι όμως αυτό που έκανε τον κύριο Γουάιτ τόσο επιτυχημένο; Πέρα από το συγκλονιστικό cast, την χρήση των ευρυγώνιων φακών, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, το όλο νόημα της σειράς έγκειται στην ανεπανάληπτη και ευφυέστατη εξέλιξη χαρακτήρων. Αν και η ταινία βρίθει στοιχείων western και ganster movie, το κεντρικό νόημα είναι ένα, ο τρόπος με τον οποίο τα χρήματα και η  εξουσία που τα συνοδεύει αλλάζουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο και τα άτομα που το περικλείουν. Αν και παίρνουμε τη δικαίωσή μας όταν ο κύριος Γουόλτ παραδέχεται ότι όσα έκανε σε πέντε κύκλους δεν τα έκανε για την οικογένειά του αλλά για τον ίδιο, για να τονώσει την όποια αυτοπεποίθηση του είχε απομείνει ή το white male straight privilege το οποίο δεν εκδήλωσε ποτέ πριν, μένουμε ξανά με ένα παράπονο. Προφανώς βλέπουμε έντονη επικριτικότητα στο σύστημα καρτέλ ναρκωτικών το οποίο στηρίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες και συγκαλύπτεται από μεγάλους ομίλους εταιρειών, όμως που είναι ο κρατικός μηχανισμός που επίσης το στηρίζει και το συντηρεί με την αιτιολογία ότι η Δίωξη Ναρκωτικών κάνει πάντα καλά τη δουλειά της και «προστατεύει» την κοινωνία από την μάστιγα των ναρκωτικών; Πού είναι οι λόγοι που οδηγούν έναν άφραγκο καθηγητή χημείας να πουλήσει μεθ πέρα από την προσωπική του έπαρση; Πού είναι οι λόγοι που δεν του επιτρέπουν να έχει χρήματα για χημειοθεραπείες ή για τα πανεπιστημιακά δίδακτρα του παιδιού του; Εμείς δεν γνωρίζουμε, απλώς υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι ο Walter White η βάση του προβλήματος…

    Τελευταίο αφήσαμε το “Trainspotting” του Danny Boyle τον λόγο για τον οποίο επιλέξαμε να γράψουμε για αυτό το θέμα, καθώς σε λίγες μέρες είναι η επέτειος της πρώτης προβολής του στις ελληνικές αίθουσες, τον Οκτώβριο του 1996, η οποία προβολή, για όσους δεν γνωρίζουν, ήταν κάπως  επεισοδιακή. Η ταινία σπάει ταμεία σε αίθουσες της Αμερικής και της Ευρώπης, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις συντηρητικών με την κατηγορία ότι «προκαλεί τους νέους να σπεύσουν στη χρήση ναρκωτικών». Στην Ελλάδα μας λοιπόν η πρώτη άτυπη προβολή έγινε με την παρουσία του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου και έξι αστυνομικών…τόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα αλλά τι να μας κάνει εντύπωση τη στιγμή που 30 χρόνια μετά εκλεγμένος βουλευτής θεωρεί ότι δικαιούται να βεβηλώσει έργα της Εθνικής Πινακοθήκης. Η ανωτερότητα της τέχνης σε σχέση με την ανθρώπινη βλακεία δεν είναι δυστυχώς εύκολο να γίνει κατανοητή… Το 1996 λοιπόν περιμέναμε τον εισαγγελέα να εγκρίνει αν μπορεί ο κόσμος να δει μια ταινία. Ευτυχώς για το Trainspotting όλη αυτή η φασαρία πολλαπλασίασε τον κόσμο που προσήλθε στις αίθουσες  και η ταινία έκανε φυσικά πάταγο και στην Ελλάδα. Γιατί όμως την ξεχωρίζουμε από τις υπόλοιπες; Πέρα από την τολμηρότητα, την νεανικότητα, το ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ soundtrack, το πνεύμα νεανικής ελευθερίας και  περιέργειας που εκπέμπει όχι προς τις ουσίες αλλά προς την ενηλικίωση, μαγνητίζει από την πρώτη στιγμή, από τα πρώτα λόγια: “Choose a life, choose a job, choose a career, choose a family, choose a fucking big television, choose washing machines, cars, compact disc players and electrical tin openers,…choose good health, choose a starter home, choose your  friends, choose your future, choose life!”. Ανάμεσα στις τρεις, την θεωρούμε μακράν την πιο επαναστατική, όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά αποτυπώθηκε  στον φακό η καθαρή χρήση ουσιών χωρίς illustration και φανταχτερό χαρακτήρα, όχι μόνο για  την μουσική και τον Ewan  McGregor, την σκωτσέζικη essence, όχι για το κάφρικο χιούμορ αλλά γιατί πραγματικά ήταν μια εικόνα αντίστασης στο κατεστημένο. Η γενιά από την οποία περιμένουν όλοι τόσα πολλά κι όμως δεν έχει να δώσει τίποτα, θέλει απλά να αναζητήσει την ταυτότητά της, να καλύψει το κενό που της άφησαν άλλοι και τώρα την κατηγορούν που  δεν είναι ικανή να το καλυψει. Δεν πιστεύουμε ότι ηρωοποιεί τα ναρκωτικά αλλά ότι δείχνει πως αφορούν τους πάντες, ακόμα και την παρέα της διπλανής πόρτας, ότι δεν είναι απλά ανία αλλά κοινωνικό φαινόμενο και καταφύγιο για ορισμένους ανθρώπους. Κάτι τελευταίο που οφείλουμε να δώσουμε στο «Trainspotting» είναι το γεγονός ότι, έστω και με αμυδρό τρόπο, θίγει το θέμα της θεραπείας και της επανένταξης όχι μαστιγώνοντας τους χαρακτήρες του αλλά κατανοώντας τους. Η ταινία αυτή έγινε καθρέφτης της νεολαίας όχι σαν ένα πάρτι ηρωίνης αλλά σαν μια ένδειξη οργής και αγανάκτησης για τις επιτηδευμένες προσδοκίες των προηγούμενων γενιών, για κατάλοιπα της βρετανικής κοινωνίας στη μεταθατσερική περίοδο που χτύπησαν βαρυά περιοχές όπως η Σκωτία με εκτεταμμένη ανεργία, εξαθλίωση και περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων. Ήταν η κραυγή μιας «χαμένης γενιάς» η οποία ακόμα δεν ξέρουμε αν έχει βρει τον δρόμο της…

    Συνοψίζοντας, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, η δουλειά του κινηματογράφου είναι η εκπαίδευση μέσω αποτύπωσης και μυθοπλασίας, όχι η διδασκαλία απαραίτητα, όπως ίσως στα ντοκιμαντέρ. Η ταινία ή η σειρά απαιτεί ερμηνεία, συζήτηση και στοχασμό τα οποία ίσως κάποτε αλλάξουν και την κοινωνία…

  • Το ματωμένο Φθινόπωρο

    Το ματωμένο Φθινόπωρο

    ΑφιερωσέΤο

    Μπήκε ο Οκτώβριος και ξεκίνησαν τα κρύα, τα τζάκια πήραν μπρός και τα πολύχρωμα κασκόλ βγήκαν από τις ντουλάπες. Η εποχή της μεταβατικότητας ήρθε, αλλά ξέχασε άλλους πίσω. Με το ανυπόφορο κρύο της μεσογείου, άνθρωποι, γέροι και μικρά παιδιά παγώνουν στα έγκατα της μεσογείου, και χάνουν την ζωή τους κάτω από την ελπίδα της καλύτερης ζωής. Πολλές Ιθάκες για πολλούς Οδυσσείς που δεν έφτασαν ποτέ στην αγαπημένη τους «νέα πατρίδα». Ένα άλλο φθινόπωρο σε αυτό το ΑφιερωσέΤο εμφανίζεται, «Το ματωμένο Φθινόπωρο» της προσφυγιάς.

    Ο πίνακας του Κλοντ Μονέ «impression, Sunrise» Αποδίδει ένα μελαγχολικό αλλά πανέμορφο ηλιοβασίλεμα και από δίπλα μία βάρκα, ένα καράβι της φυγής , το οποίο ψάχνει την δικιά του Ιθάκη.

    Η επιλογή της μουσικής ήταν εύκολη: Ένα τραγούδι του 2024 σε κείμενο της Μάρθας Φριτζήλα, μουσική του Μιχάλη Καλογεράκη και ερμηνεία της Μάρθρας Φριντζήλας, του Παντελή Καλογεράκη και τησ Carol Sansour, το «Τραγούδι Πρώτο».

    Απόσπασμα από ποίημα του Μαχμούτ Νταρουίς «Να σκέφτεσαι τους άλλους» ο οποίος θεωρείται εθνικός ποιητής της Παλαιστίνης και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Άραβες ποιητές.

    Να σκέφτεσαι τους άλλους
    Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, 
    να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
    ‘Όταν πολέμους ξεκινάς, 
    να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
    Όταν πληρώνεις το νερό, 
    να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν
    να τους θηλάσουν.
    Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, 
    να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
    Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, 
    να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
    Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
    Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
    στον εαυτό σου γύρισε και πες:
    «Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

  • Ανεκπλήρωτος Έρωτας

    Ανεκπλήρωτος Έρωτας

    Τις προάλλες, ξαναδιάβασα τα γράμματα μεταξύ της Vita Sackville και της Virginia Woolf, ενός από τους πιο σημαντικούς και αμφιλεγόμενους έρωτες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Η γνωριμία των δύο γυναικών το 1921, σήμανε μια εικοσαετία γραμμάτων πόθου και βαθιάς επιθυμίας, με την αυτοκτονία της Virginia να δίνει τέλος στην ιστορία τους το 1941. Η Vita μάλιστα υπήρξε η βασική έμπνευση της Virginia για το πιο γνωστό μυθιστόρημα της «Orlando”. Ο έρωτας τους χαρακώθηκε από την νοοτροπία της εποχής και από γενικότερες καταστάσεις στις ζωές των δύο γυναικών, όπως τους γάμους τους με άνδρες, χωρίς, βέβαια, να παύει να αποτελεί ίσως τον πιο ωμό και ανθρώπινο έρωτα που έχει μέχρι τώρα αποτυπωθεί σε χαρτί. Η σχέση των γυναικών ξεκίνησε ως φιλία μετά την γνωριμία τους σε μια δεξίωση κοινών φίλων, και στην συνέχεια εξελίχθηκε, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1920, σε έναν τρυφερό και ανυπέρβλητο έρωτα. Το παρακάτω κείμενο είναι ίσως το αγαπημένο μου γράμμα της Vita κατά τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους. Ο πίνακας του Henry Fuseli αποτυπώνει τον εφιάλτη ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, ενώ η Fiona Apple του δίνει φωνή με το τραγούδι της «I want you to love me”. 

    Γράμμα της Vita Sackville στην Virginia Woolf, Ιανουάριος 1926

    I am reduced to a thing that wants Virginia. I composed a beautiful letter to you in the sleepless nightmare hours of the night, and it has all gone: I just miss you, in a quite simple desperate human way. You, with all your un-dumb letters, would never write so elementary phrase as that; perhaps you wouldn’t even feel it. And yet I believe you’ll be sensible of a little gap. But you’d clothe it in so exquisite a phrase that it would lose a little of its reality. Whereas with me it is quite stark: I miss you even more than I could have believed; and I was prepared to miss you a good deal. So this letter is just really a squeal of pain. It is incredible how essential to me you have become. I suppose you are accustomed to people saying these things. Damn you, spoilt creature; I shan’t make you love me any the more by giving myself away like this—But oh my dear, I can’t be clever and stand-offish with you: I love you too much for that. Too truly. You have no idea how stand-offish I can be with people I don’t love. I have brought it to a fine art. But you have broken down my defences. And I don’t really resent it …

    Please forgive me for writing such a miserable letter.

    Πίνακας: «Ο εφιάλτης» του Henry Fuseli, 1781

    Τραγούδι: “I want you to love me”, Fiona Apple

  • Carpe diem

    Carpe diem

    Προσωπικά…

    Ο Σεπτέμβρης για πολλούς απ’ εμάς θεωρείται η έναρξη της χρονιάς , είτε για το σχολείο, είτε για το πανεπιστήμιο, είτε για τη δουλειά. Σηματοδοτεί το τέλος του καλοκαιριού, που ίσως για   κάποιους  να ήταν και το καλύτερο της ζωής τους  και για  κάποιους άλλους ίσως και όχι.

    Με άλλα λόγια ο Σεπτέμβρης είναι το restart, το σημείο δηλαδή που οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους τον πιο ανέμελο εαυτό τους για   να πιάσουν την ζωή και την καθημερινότητα τους απ’ κει που την άφησαν. Με λίγο άγχος, λίγο πίεση, λίγο αμφισβήτηση, ξεκινούν και πάλι την καθημερινή τους ζωή και θέτουν στόχους, διαφορετικούς ο καθένας, για να κάνουν έστω και λίγο καλύτερη τη ζωή τους. Δηλαδή να τολμήσει κάποιος κάνει μαθήματα υποκριτικής και να εκπληρώσει το παιδικό του όνειρο να παίξει στο θέατρο ή κάποιος άλλος επιτέλους να πάρει  την απόφαση να αφήσει πίσω του τους τοξικούς ανθρώπους που δεν του προσφέρουν τίποτα παρά μόνο ανασφάλειες.

    Ουσιαστικά ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας των ονείρων που ο καθένας πιστεύει ότι μπορεί κάνει πραγματικότητα και τις πιο κρυφές του επιθυμίες. Απ’ το να γίνει  κάποιος ηθοποιός και ζωγράφος μέχρι το να αποκτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του που πάντα ήθελε  αλλά δεν μπορούσε.

  • Είναι ο Πολίτης Kane η καλύτερη ταινία στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου?

    Είναι ο Πολίτης Kane η καλύτερη ταινία στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου?

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Η ταινία “Citizen Kane” (1941), με τον χαρισματικό Orson Welles σε σκηνοθεσία και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει πολλές φορές χαρακτηριστεί από τη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, συνήθως μαζί με τις ταινίες “Godfather (1972)”, “2001: a Space Odyssey (1968)”, “Vertigo (1958)” και “In the mood for love (2000)”. Πώς όμως μια ταινία που πραγματοποιήθηκε με τα μέσα του 1941 στην προπολεμική Αμερική και με τον σκηνοθέτη να αναλαμβάνει τόσους σημαντικούς ρόλους – όπως συνηθιζόταν άλλωστε από τους περισσότερους μεγάλους σκηνοθέτες του προηγούμενου αιώνα – κατάφερε να αποτελεί ακόμα και σήμερα σταθμό και δείγμα πρωτοπορίας για τον παγκόσμιο κινηματογράφο ; Οι λόγοι είναι αφηγηματικοί και τεχνικοί.

    Η καινοτομία ξεκινά στην αφήγηση η οποία μπορεί να φαίνεται ευθύγραμμη, καθώς είναι σαφής η εκκίνηση και το τέλος της ταινίας, αλλά παρουσιάζει πολλές διαφοροποιήσεις ως προς αυτό και εν τέλει καταλήγει να μην είναι γραμμική σε καμία περίπτωση. Υπάρχει η εξέλιξη μιας κεντρικής ιδέας που είναι η διαλεύκανση του τι σημαίνει η τελευταία λέξη που ξεστόμισε ο κεντρικός ήρωας πριν τον θάνατό του. Όμως, μέχρι να ολοκληρωθεί η αφήγηση και να φτάσουμε στο τέλος αναδεικνύονται πολλές μορφές κινηματογραφικού χρόνου. Από τον θάνατο του Kane μέχρι την τελική αποκάλυψη εκτυλίσσεται μια μεγάλη αναδρομή στο παρελθόν (flashback) στην προσπάθεια να εξηγηθεί η ζωή του μυστηριώδους ήρωα, οι διάφορες σχέσεις της ζωής του και η ασύλληπτη επαγγελματική και κοινωνική του επιτυχία. Ο θεατής λειτουργεί σαν εξωτερικός παρατηρητής στο γραφείο του, τον επαγγελματικό του χώρο, την παιδική του ηλικία, με το απίστευτα καινοτόμο μέσο της deep focus φωτογραφίας. Δίνεται επίσης μεγάλη έμφαση στη σχέση και τον γάμο του με την δεύτερη σύζυγό του, στην προσπάθεια να τονιστεί η αδυναμία του να δεσμευτεί και να δοθεί ουσιαστικά ακόμα και αν η επικείμενη σχέση τον ενδιαφέρει. Μια σημαντική αναφορά σε σχέση με την αντίληψη του χρόνου από τον θεατή είναι η παρουσία του αφηγητή, η παρουσία του δημοσιογράφου που ερευνά το προφίλ του Kane και βοηθάει αρκετά τον κινηματογραφικό χρόνο, καθώς είναι το μόνο στοιχείο που δίνει στον θεατή την αίσθηση της χρονικής εξέλιξης της ιστορίας, διότι τον κατευθύνει. Άξιο αναφοράς, αν και δεν σχετίζεται με τον κινηματογραφικό χρόνο αλλά τον χώρο, είναι η εξαιρετικά σύγχρονη για την εποχή χρήση του ευρυγώνιου φακού. Εν ολίγοις, ο δημιουργός καταφέρνει να εισάγει απίστευτα πρωτοποριακά  μέσα στο έργο του, στηρίζοντας ολόκληρη σχεδόν την πλοκή στην τεχνική του flashback, απόπειρα τρομερά σπάνια για την εποχή παραγωγής, χρησιμοποιώντας ευρυγώνιους φακούς με σκοπό να τονίσει την ανισορροπία ηρώων και καταστάσεων και με ευρηματικότατες μεθόδους μοντάζ και φωτογραφίας.

    Αφηγηματικά, ο Orson Welles καταφέρνει να λυγίσει το «μεγαλείο» του αμερικάνικου καπιταλισμού καταδεικνύοντας την ευαισθησία και τρωτότητα ενός γοητευτικού μεγιστάνα με ατελείωτη περιουσία, ιδιοκτησία, όμορφες συντρόφους, κοινωνικό και οικονομικό κύρος, επαγγελματική επιτυχία, το απόλυτο πρότυπο του πρώιμου American dream, που όμως στην πραγματικότητα είναι ένας μόνος και βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος , δυσκολευόμενος να βρει την ουσία στην ύπαρξη του και τις σχέσεις που συνάπτει. Τέλος, το ευφυέστερο και σπουδαιότερο ίσως στοιχείο και από τα κύρια που την εδραίωσαν στη θέση που κατέχει είναι η εισαγωγή ψυχαναλυτικών στοιχείων στην αφήγηση. Οι έννοιες του τραύματος και του ασυνειδήτου είναι τα κεντρικότερα στοιχεία της ταινίας εμπεδώνοντας στον θεατή ότι η ψυχή, η παιδικότητα, η ανάγκη για αγάπη που δεν ικανοποιήθηκε ποτέ μπορούν να επηρεάσουν και να καθηλώσουν ακόμα και τον πιο φαινομενικά άτρωτο άνθρωπο, όσο κι αν αποφεύγει να τις επεξεργαστεί, ή αν δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία.

    Ο Orson Welles με εμπειρία στο θέατρο, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο και εξέχουσα συμβολή σε ταινίες όπως «Ο Τρίτος Άνθρωπος (1949)», «Η κυρία από τη Σανγκάη (1947)» και πολλές άλλες κατάφερνε πάντα να μαγνητίζει τα βλέμματα με το ταλέντο του, σκηνοθετικό ή υποκριτικό, και δικαίως η δουλειά του μελετάται ακόμη και σήμερα από επαγγελματίες και σπουδαστές στον χώρο του κινηματογράφου.