The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ετικέτα: Καλοκαίρι

  • Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Προσωπικά

    Ηλεκτρικός, βράδυ Σαββάτου, εννιά η ώρα. Από Καλλιθέα προς Ηράκλειο. Αναρωτιέμαι ακόμα τι ήταν αυτό που με έκανε να αφήσω την θαλπωρή του σπιτιού μου και να πάρω ένα αρκετά δύσοσμο και δυσάρεστα μαζικό μεταφορικό μέσο για να πάω σε μια περιοχή που δεν εκτιμώ ιδιαίτερα. Μα κάποιες θυσίες πρέπει να τις κάνεις χάριν της φιλίας.

    Η προξενήτρα του Ουάιλντερ κάποια στιγμή, λίγο πριν την αυλαία, αναφωνεί: όλοι ηλίθιοι είμαστε, μα πρέπει να αποφασίσει ο καθένας για τον εαυτό του αν θέλει να είναι ένας ηλίθιος μόνος του ή ένας ηλίθιος μαζί με άλλους ηλίθιους. Και εγώ με διάφορα προτιμώ το δεύτερο, είναι πιο ρομαντικό.

    Ίσως κάπου πίσω πίσω να έπρεπε να ακούγεται η φωνή του Βασίλη να λέει «Άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι;». Γιατί ενώ όλοι παραπονιόμαστε για την επανένταξη μας στα χειμερινά ωράρια, οι δρόμοι ακόμα είναι σχετικά άδειοι, ο ηλεκτρικός δεν γεμίζει ιδιαίτερα (ούτε καν τις ώρες αιχμής) και μπορείς ακόμα με άνεση να βρεις τραπέζι Σάββατο βράδυ στο αγαπημένο σου μαγαζί.

    Και μπορεί αυτό ακούγεται πολύ μοναχικό και πεσιμιστικό, ωσάν κάποιο κακό γραπτό μιας κακής ρεπλίκας Τολστόι που Ντοστογιεφσκίζει στα σημεία. Θα το ρίξω στη ζέστη. Τι τα κλείνουν τα ερ κοντίσιον από τώρα, ακόμα Αύγουστος είναι, τριανταπεντάρια χτυπάει ο κύριος Κέλσιος και οι βαθμοί του. Λίγη συμπόνια στον άνθρωπο που γύρισε από τις διακοπές του και πια πρέπει να δουλέψει, ρε παιδιά…

    Απ’την άλλη δεν φαντάζεστε πόσο φοβάμαι τον Σεπτέμβρη. Θα ξυπνήσουμε πάλι ένα πρωί διαβάζοντας ασύστολα και άβουλα σεντόνια στα σόσιαλ με επικεφαλίδα «32 Αυγούστου». Δε θέλω κυρά μου άλλον Αύγουστο, με το ζόρι. Αφήστε να έρθουν τα πρώτα κρύα, μπας και αρχίσουμε να θερμαινόμαστε με κουβέρτες και σταματήσει να έρχεται η ΔΕΗ κατοστάρι. Κι είμαι κι ένας άνθρωπος μόνος… Άλλο ένα άλυτο μυστήριο που τη λύση του την ξέρει μόνο ο Θεός. Σαν το ταλέντο της Ντενίση ένα πράγμα!

    Και για να μη δημιουργώ λάθος εντυπώσεις θα παραθέσω κι ένα απόφθεγμα που μου είπε πρόσφατα ένα αγαπημένο πρόσωπο:

    Καμιά δεν είναι ίση
    με την Μιμή Ντενίση.

    Όχι πως το ενστερνίζομαι απόλυτα, αλλά κάτι άκουσα τις προάλλες στον ΣΚΑΪ για αντικειμενική δημοσιογραφία και παρουσίαση πολλών πλευρών επί του θέματος. Το βρήκα πετυχημένο και το ξεσήκωσα.

    Να κλείσω, λοιπόν, κάπου εδώ το παρόν κείμενο, μιας και κατεβαίνω στην επόμενη στάση, εξηγώντας τον σκοπό του. Δεν έχει. Γιατί όπως έλεγε και ο Ουγκό «Το όμορφο είναι εξίσου χρήσιμο με το χρήσιμο». Κι εγώ αυτές τις σκέψεις εν μέσω δρομολογίου του ηλεκτρικού τις βρίσκω πανέμορφες.

    Στάλθηκε από το iPhone μου.

  • Η τελευταία αγκαλιά του Αυγούστου!

    Η τελευταία αγκαλιά του Αυγούστου!

    Εγχωρο…Κάρπια

    Κάθε καλοκαίρι έχει ημερομηνία λήξης.
    Γιατί όμως ο αποχαιρετισμός του να είναι πάντα τόσο δύσκολος;
    Από τις πρώτες ζεστές μέρες του Ιούνη, ξέρεις ότι θα έρθει και θα φύγει σαν αστραπή. Το ξέρεις, κι όμως το περιμένεις όλο τον χειμώνα. Κι όταν επιτέλους έρχεται, θέλεις να το ζήσεις στο έπακρο· να χωρέσεις εμπειρίες, να καλύψεις τα «ίσως» των προηγούμενων χρόνων. Του φορτώνεις το άγχος να είναι «ένα γαμάτο, αξέχαστο καλοκαίρι».
    Αν το σκεφτείς καλά, από τις πιο μικρές ηλικίες, το καλοκαίρι σημαίνει φυγή από την πόλη: χωριό ή νησί, παραλία όλη μέρα με ένα παγωτό στο χέρι, ψαράκι στις ταβέρνες της περιοχής, σπίτι, μπάνιο, βόλτα, ύπνος και ξανά μανά. Σ’ αυτή τη ρουτίνα όμως κρύβεται και το γλυκόπικρο συναίσθημα: ότι κάθε καλοκαίρι φέρνει και νέα άτομα στη ζωή μας. Καλοκαιρινούς φίλους, καλοκαιρινούς έρωτες, ανθρώπους περαστικούς και μη.
    Όσο μεγαλώνουμε, η ρουτίνα αυτή παραμένει η ίδια, μόνο που αλλάζει γραμματοσειρά. Αντί για ύπνο μετά τη βραδινή βόλτα, έχει κλάμπινγκ ή άραγμα μέχρι το ξημέρωμα. Οι εικόνες ίδιες, αλλά πιο έντονες, πιο μεγάλες.
    Κι εκεί που στις πρώτες μέρες στο χωριό ή στο νησί σε ρωτούν «πότε ήρθες;», μετά από λίγες μέρες ή εβδομάδες η ερώτηση αλλάζει και γίνεται «πότε θα φύγεις;». Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις πως η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει.
    Η βασική μου απορία λοιπόν είναι η εξής: γιατί τόση στεναχώρια μόνο όταν τελειώνει το καλοκαίρι;
    Ίσως γιατί είναι η εποχή που μας χαρίζει ελευθερία και ξεγνοιασιά. Είναι η μόνη στιγμή που ο χρόνος μοιάζει να σταματά: διακοπές, παύση υποχρεώσεων, ταξίδια, θάλασσα, βόλτες ως αργά. Και όταν τελειώνει, σε επαναφέρει απότομα στους κανονικούς ρυθμούς, στις ευθύνες και στην «κανονικότητα».
    Κι όμως, σκέφτομαι ότι ίσως εκεί κρύβεται η γοητεία του καλοκαιριού: στο ότι ξέρεις από την αρχή πως θα τελειώσει!
    Κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε βραδινή βόλτα, κάθε σφηνάκι στο μπαρ, κάθε γέλιο με τους φίλους σου, κάθε βουτιά στη θάλασσα, έχει μέσα του τη σφραγίδα της προσωρινότητας. Και αυτή ακριβώς η προσωρινότητα είναι που κάνει τις στιγμές πιο έντονες, πιο αληθινές.
    Μάλλον γι’ αυτό πονάει τόσο πολύ ο αποχαιρετισμός του. Γιατί το καλοκαίρι δεν είναι απλώς μια εποχή. Είναι ένα διάλειμμα από τον εαυτό μας όπως τον ζούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Είναι η παιδικότητα που ξυπνάει, η ανεμελιά που πιστεύουμε ότι χάσαμε, η υπόσχεση πως «φέτος θα ζήσουμε λίγο περισσότερο».
    Πιθανώς λοιπόν, το καλοκαίρι να είναι σαν εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται στη ζωή μας για λίγο, αφήνουν το αποτύπωμά τους και μετά φεύγουν. Μας μαθαίνουν ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια, αλλά και στην ένταση.
    Και τελικά, ένα κομμάτι της στεναχώριας μας. βρίσκεται και στα «ίσως» που φορτώνουμε στα καλοκαίρια μας.
    «Ίσως φέτος να είναι το πιο όμορφο καλοκαίρι.
    Ίσως να ζήσουμε τον έρωτα που περιμέναμε.
    Ίσως να κάνουμε το ταξίδι που ονειρευόμασταν.
    Ίσως να βρούμε ξανά τον εαυτό μας.»
    Τα καλοκαίρια μας είναι γεμάτα από «ίσως» και γι’ αυτό, όταν τελειώνουν, αφήνουν πίσω τους μια γλυκιά αίσθηση ανεκπλήρωτου. Ίσως όμως εκεί να βρίσκεται και η μαγεία τους: στο ότι κάθε χρόνο μας δίνουν ξανά την ευκαιρία να ελπίζουμε, δίνοντας πάλι την τελευταία μας αγκαλιά του Αυγούστου…

  • Ήρθε το καλοκαίρι… και τώρα τι;

    Ήρθε το καλοκαίρι… και τώρα τι;

    Εγχωρο…Κάρπια

    Και μετά από μία ακόμη χρονιά που όλο πάει και δεν τελειώνει, φτάνει ξανά το καλοκαίρι, ο καιρός ανοίγει και ο κόσμος ξεχύνεται σε πάρκα και καφέ, σε παραλίες και νησιώτικα μπαράκια.

    Επιτέλους, έχεις χρόνο να βγεις να διασκεδάσεις ή τέλος πάντων να κάτσεις σπίτι κοιτώντας επίμονα τον τοίχο με έναν λαιμό που διαρκώς πονάει από το κλιματιστικό. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς την γλύκα του καλοκαιριού και του απεριόριστου ελεύθερου χρόνου που ανοίγει τις πόρτες για εμπειρίες που γαληνεύουν και τις πιο ατάραχες ψυχές. Ο ελεύθερος χρόνος, βέβαια, δεν υφίσταται χωρίς παγίδες, με μεγαλύτερη αυτή του χρόνου για σκέψη. Και δεν αναφέρομαι σε σκέψη καθημερινή, αλλά σε έναν βαθύτερο αναστοχασμό του ατομικού σκοπού και του νοήματος ή μη της ανθρώπινης ύπαρξης.

    Τους καλοκαιρινούς μήνες, η ομορφιά του κόσμου συγκινεί, με το φεγγάρι να φέγγει λίγο φωτεινότερα, και τις χαρούμενες φωνές των ανθρώπων στους δρόμους να προκαλούν ανατριχίλα. Και εκεί ακριβώς είναι που ξεκινάς να αναρωτιέσαι για την δική σου θέση μέσα σ’ όλα, και για την μελαγχολία που σε κυνηγά με κάθε πρώτο χτύπο του ξυπνητηριού, στις στιγμές μεταξύ ζωής και ονείρου, όπου η συνείδηση συναντά το ασυνείδητο, και το βάρος της πραγματικότητας στέκεται σαν κόμπος στον λαιμό σου.

    Η μελαγχολία του καλοκαιριού δεν ξεπροβάλει απροσδόκητα- κρύβεται σε κάθε κόκκο άμμου που κολλάει στο μαγιό σου και φανερώνει τον εαυτό της σταδιακά και μελετημένα. Ο ενθουσιασμός για την νέα αρχή του Σεπτεμβρίου, δεν αργεί να γίνει ανησυχία για όσα θα ζήσεις και όσα δεν έζησες, για ευκαιρίες που δεν εκμεταλλεύτηκες, και για όλες τις φορές που δεν επέλεξες σωστά. Πού θα βρίσκεσαι το επόμενο καλοκαίρι, ή σε δέκα καλοκαίρια από τώρα, θα βρεις αυτό που αναζητάς ή θα παραμείνεις με χέρια άδεια και ταλαιπωρημένα από μια ζωή που δεν έζησες και μια μετάνοια που συνεχίζει να επισκέπτεται την πόρτα σου;

    Το καλοκαίρι δεν είναι παρά μια αποδοχή, αποδοχή της ομορφιάς που δεν μπορείς να εξηγήσεις, και ενός κόσμου που δεν ήτανε ποτέ δικός σου να κρατήσεις. Άλλωστε, η ομορφιά κρατιέται χέρι- χέρι με την νοσταλγία, το δέντρο έξω από το μπαλκόνι σου μοιάζει με κάθε άλλο δέντρο που έχει πλαγιάσει στο παράθυρο σου, και το καλοκαίρι μυρίζει πάντα σαν γιασεμί και τηγανίτες της γιαγιάς. Ίσως, η όλη μελαγχολία να ξεκινά από την συνειδητοποίηση ότι ο χρόνος πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ´όσο περίμενες, πως όσο και να τρέξεις δεν θα τον προλάβεις, και πως, και να τον προλάβεις, η ρόδα κυλά μόνο μπροστά. Και, ίσως, το πέρασμα του χρόνου να μην είναι και τόσο τρομακτικό, αφού πάντα θα ξανάρχεται το καλοκαίρι, τα πλακάκια θα καίνε κάτω από τα πόδια σου, και το ζεστό αεράκι του Αυγούστου θα εξακολουθεί να σε χτυπά.

    Δεν είναι εύκολη η αποδοχή της παροδικότητας, ούτε του υπαρξιακού απροσδιόριστου. Η αλήθεια, ενδεχομένως, δεν κρύβεται στο ίδιο το νόημα, αλλά στην αμείωτη προσπάθεια σου να το βρεις. Δεν είναι καταχωνιασμένη στα απέραντα του ουρανού η βαθιά μέσα στο χώμα. Στέκεται τρεμάμενη μπροστά σου, σαν παιδάκι στοιχισμένο για την προσευχή. Αρκεί για λίγο να προσέξεις την γυναίκα απέναντι στο τρένο, τον μανάβη που τοποθετεί τα φρούτα σου στην ζυγαριά, και το μήλο που γλιστρά και κυλάει μέχρι τα πόδια σου.