The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Συντάκτης: Βασιλική Βασιλείου

  • Ήρθε το καλοκαίρι… και τώρα τι;

    Ήρθε το καλοκαίρι… και τώρα τι;

    Εγχωρο…Κάρπια

    Και μετά από μία ακόμη χρονιά που όλο πάει και δεν τελειώνει, φτάνει ξανά το καλοκαίρι, ο καιρός ανοίγει και ο κόσμος ξεχύνεται σε πάρκα και καφέ, σε παραλίες και νησιώτικα μπαράκια.

    Επιτέλους, έχεις χρόνο να βγεις να διασκεδάσεις ή τέλος πάντων να κάτσεις σπίτι κοιτώντας επίμονα τον τοίχο με έναν λαιμό που διαρκώς πονάει από το κλιματιστικό. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς την γλύκα του καλοκαιριού και του απεριόριστου ελεύθερου χρόνου που ανοίγει τις πόρτες για εμπειρίες που γαληνεύουν και τις πιο ατάραχες ψυχές. Ο ελεύθερος χρόνος, βέβαια, δεν υφίσταται χωρίς παγίδες, με μεγαλύτερη αυτή του χρόνου για σκέψη. Και δεν αναφέρομαι σε σκέψη καθημερινή, αλλά σε έναν βαθύτερο αναστοχασμό του ατομικού σκοπού και του νοήματος ή μη της ανθρώπινης ύπαρξης.

    Τους καλοκαιρινούς μήνες, η ομορφιά του κόσμου συγκινεί, με το φεγγάρι να φέγγει λίγο φωτεινότερα, και τις χαρούμενες φωνές των ανθρώπων στους δρόμους να προκαλούν ανατριχίλα. Και εκεί ακριβώς είναι που ξεκινάς να αναρωτιέσαι για την δική σου θέση μέσα σ’ όλα, και για την μελαγχολία που σε κυνηγά με κάθε πρώτο χτύπο του ξυπνητηριού, στις στιγμές μεταξύ ζωής και ονείρου, όπου η συνείδηση συναντά το ασυνείδητο, και το βάρος της πραγματικότητας στέκεται σαν κόμπος στον λαιμό σου.

    Η μελαγχολία του καλοκαιριού δεν ξεπροβάλει απροσδόκητα- κρύβεται σε κάθε κόκκο άμμου που κολλάει στο μαγιό σου και φανερώνει τον εαυτό της σταδιακά και μελετημένα. Ο ενθουσιασμός για την νέα αρχή του Σεπτεμβρίου, δεν αργεί να γίνει ανησυχία για όσα θα ζήσεις και όσα δεν έζησες, για ευκαιρίες που δεν εκμεταλλεύτηκες, και για όλες τις φορές που δεν επέλεξες σωστά. Πού θα βρίσκεσαι το επόμενο καλοκαίρι, ή σε δέκα καλοκαίρια από τώρα, θα βρεις αυτό που αναζητάς ή θα παραμείνεις με χέρια άδεια και ταλαιπωρημένα από μια ζωή που δεν έζησες και μια μετάνοια που συνεχίζει να επισκέπτεται την πόρτα σου;

    Το καλοκαίρι δεν είναι παρά μια αποδοχή, αποδοχή της ομορφιάς που δεν μπορείς να εξηγήσεις, και ενός κόσμου που δεν ήτανε ποτέ δικός σου να κρατήσεις. Άλλωστε, η ομορφιά κρατιέται χέρι- χέρι με την νοσταλγία, το δέντρο έξω από το μπαλκόνι σου μοιάζει με κάθε άλλο δέντρο που έχει πλαγιάσει στο παράθυρο σου, και το καλοκαίρι μυρίζει πάντα σαν γιασεμί και τηγανίτες της γιαγιάς. Ίσως, η όλη μελαγχολία να ξεκινά από την συνειδητοποίηση ότι ο χρόνος πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ´όσο περίμενες, πως όσο και να τρέξεις δεν θα τον προλάβεις, και πως, και να τον προλάβεις, η ρόδα κυλά μόνο μπροστά. Και, ίσως, το πέρασμα του χρόνου να μην είναι και τόσο τρομακτικό, αφού πάντα θα ξανάρχεται το καλοκαίρι, τα πλακάκια θα καίνε κάτω από τα πόδια σου, και το ζεστό αεράκι του Αυγούστου θα εξακολουθεί να σε χτυπά.

    Δεν είναι εύκολη η αποδοχή της παροδικότητας, ούτε του υπαρξιακού απροσδιόριστου. Η αλήθεια, ενδεχομένως, δεν κρύβεται στο ίδιο το νόημα, αλλά στην αμείωτη προσπάθεια σου να το βρεις. Δεν είναι καταχωνιασμένη στα απέραντα του ουρανού η βαθιά μέσα στο χώμα. Στέκεται τρεμάμενη μπροστά σου, σαν παιδάκι στοιχισμένο για την προσευχή. Αρκεί για λίγο να προσέξεις την γυναίκα απέναντι στο τρένο, τον μανάβη που τοποθετεί τα φρούτα σου στην ζυγαριά, και το μήλο που γλιστρά και κυλάει μέχρι τα πόδια σου.

  • Ίλιγγος

    Ίλιγγος

    Προσωπικά…

    Περπατάς σιωπηλά με τα χέρια στις τσέπες και ενα μπουφάν που σε βαραίνει.  Κοιτάς το πλακόστρωτο δρομάκι και περνάς τα πλακάκια δυο-δυο. Πλησιάζουμε έναν γέρο που παίζει σιγανά την κιθάρα του και βγάζεις το δεξί ακουστικό σου. Δεν γυρνάς να τον κοιτάξεις, αλλά ακούς. Καθόμαστε στο παγκάκι απέναντι απτο περίπτερο με τις πολύχρωμες τέντες. Τα ξύλα του είναι διαλυμένα και η μπογιά έχει αρχίσει να ξεβάφει απ’τους περαστικούς που ξεκουράζουν τα πόδια τους. Μια γάτα μας πλησιάζει, τυλίγει την ουρά της στα γόνατα σου και σκαρφαλώνει δίπλα μας. Ακουμπάει το κεφάλι της στην πλευρά που αγγίζει ο ήλιος και μας κοιτά επίμονα. Δεν λες κάτι. Η ανθρώπινη συνειδητότητα εινα εξαθλιωτική. Η φύση γύρω μας με καθηλώνει, και κοιτώντας εναν πατέρα που κρατάει το χέρι του γιου του απέναντι μας , κατακλύζομαι απο μια ιλιγγιώδη αίσθηση θνητότητας που προ πολλού δεν μπορώ να ξεφύγω. Η ομορφιά αυτή, που ούτε θεός δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, ειναι σχεδόν ασφυκτική. Η διαφορά μας, βέβαια, με τους θεούς, είναι πως αυτοί έπλασαν το καθετί όμορφο στα χέρια τους. Γιατί η ομορφιά που δεν μπορείς να πιάσεις, είναι μεγαλύτερη κατάρα απ´την ασχήμια. Δεν είναι εύκολο να πιστέψεις πως κάτι υπάρχει απλά για να υπάρχει. Να πίνεις τον καφέ σου στο μπαλκόνι σου χωρίς ν’αναρωτιέσαι που θα κατέληγες εάν πηδούσες από κάτω. Δεν είναι εύκολο να ζεις συμφιλιωμένος με τον θάνατο. Να τον φιλάς σαν παιδί σου και να τον νανουρίζεις πριν πέσει να κοιμηθεί.  Να βρεις νόημα σε μια αβεβαιότητα που κανένα τάμα ή προσευχή δεν θα σου λύσει. Πως μπορούν να τελειώνουν όλα τόσο άδοξα; Μακάρι να μπορούσα να απλώσω το χέρι μου, να αρπάξω την ομορφιά που μας περικλείει και να την καταπιώ. Να ξέρω πως όπου κι’αν πάω όταν όλα πια τελειώσουν, θα έχω έστω και για λίγο κρατήσει την χάρη του κόσμου στις άκρες των δακτύλων μου. 

  • Υπάρχω

    Υπάρχω

    Προσωπικά…

    Κάθομαι στην στάση, εννιά το πρωί, με τον καφέ να μου καίει τα χέρια και τα μάτια μου να στάζουν απ´τον ξερό αέρα. Από δίπλα μου κάθεται μια μητέρα που τρίβει τα μουτζουρωμένα χεράκια του γιου της με οινόπνευμα και ένα βρόμικο πανάκι. Η πόλη εχει αδειάσει για το καλοκαίρι, οι μόνοι που απέμειναν ειναι η οικογένεια του απέναντι σπιτιού και η καλόγρια στην γωνιακή πολυκατοικία. Τις νύχτες οι δρόμοι είναι τόσο ήσυχοι που ακούς τις σκέψεις σου να ζωντανεύουν, μια στιγμιαία ανακούφιση από την μοναξιά που διαπερνά το σώμα σου. Στην αντίθετη στάση στέκεται ενας κύριος με τα μαλλιά του κολλημένα στο μέτωπο και τα νύχια κομμένα μέχρι το δέρμα. Μου φαίνεται νευρικός, με τα τρεμάμενά του πόδια και τις παλάμες που τρίβει μανιωδώς. Η πόλη αυτή δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Μετά τον περσινό χειμώνα την σκέπασε μαύρο πέπλο που σου κόβει το οξυγόνο. Θέλω να του φωνάξω να τρέξει να σωθεί πριν γίνει σαν εμάς. Εμείς δεν είμαστε πια άνθρωποι. Περπατάμε στα πεζοδρόμια με βλέμματα παραίτησης και το κεφάλι σκυμμένο απτην ντροπή, ζωντανά πτώματα. Η πόλη αυτή δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Ο ήλιος έχει αρχίσει να με πνιγεί. Ανασαίνω βαριά, μετράω την κάθε μου ανάσα. Υπάρχω άραγε ακόμα; Περπατάω προς τις ράγες και τις παρατηρώ. Είναι σκουριασμένες. Ξαπλώνω πάνω τους και νιώθω το μέταλλο να μου καίει το δέρμα. Η ζεστασιά του με παρηγορεί, με αγκαλιάζει. Κοιτάω πάνω και παρατηρώ τα σύννεφα. Μου θυμίζουν την μητέρα μου. Υπάρχω άραγε ακόμα; Ο ήχος του τρένου δυναμώνει.  Το σφύριγμα του είναι σχεδόν μεθυστικό.  Το σώμα μου μουδιάζει απ’την ανυπομονησία. Το περιμένω να φτάσει και χαμογελώ . Υπάρχω ακόμα

  • Animals for slaughter

    Animals for slaughter

    Προσωπικά…

    In a world of moss and grass

    i fear i have mistaken fear for purpose

    a purpose numbing and all human

    a fear bigger than my hands and fingernails

    but small enough to grasp it in between them

    a desire to be sacrificed

    like a lamb begging to be redeemed 

    in the hands of an all powerful god

    shall i beg for mercy

    shall i pull on my hair

    each strand a plead for death to grab me by the hand

    to lead me to a world i can see clearly

    to rub my eyes like a man rubs the blood off his hands in the sight of his dead lover

    to not fear but feel the desire consume me

    to exist in between the minutes and the hours

    where time holds no sway

    and the grass starts growing out my armpits and my mouth

    for my eyes to burn and to stick out

    with the wisdom of a baby

    and the innocence of a woman carrying the burden of her past

    shall i beg for mercy from a god blind to his sins

    shall i offer myself to the slaughter of an all familiar war

  • Dont start calling for your mother

    Dont start calling for your mother

    Προσωπικά…

    And you shall not ignore the fleeting sense of melancholy creeping through your curtains, the phantom of time speaking to you tenderly, a wrinkled woman knocking on your door, begging you for answers. when the flame of your candles starts to burn cold, when your skin shudders and your legs begin to shake, do not start calling for your mother, your mother will not come. when you hear her humming from a distance, put your hands up to your ears and hum a different tune. do not surrender to the torment of the dead, do not mistake a distant whisper for a wailing cry. have i said it well enough? have i carried myself with poise? i don’t believe in magic nor in beasts that crawl among us, but when i sit alone at night, peeking through the locks of your door, i know the walls can see me, i know the faces on your paintings understand.

  • Η TikTokποίηση της μουσικής

    Η TikTokποίηση της μουσικής

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Το TikTok, με γύρω στους 1,8 δισεκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως, αποτελεί πλέον μία από τις πιο δημοφιλείς πλατφόρμες δικτύωσης. Η τόσο ευρεία επιρροή του, σίγουρα δεν έχει περάσει απαρατήρητη από δισκογραφικά γραφεία, τα οποία σπεύδουν να προωθήσουν τους καλλιτέχνες τους μέσω διαφόρων ειδών διαφημίσεων, όπως με συνεργασίες με γνωστούς influencersκαι την δημιουργία μικρών αλλά πιασάρικων χορευτικών με ιδιαίτερη απήχηση στο νέο κοινό. Δεν είναι ασυνήθιστη η εμφάνιση νέων καλλιτεχνών γνωστών ως «industryplants», με πανομοιότυπους μεταξύ τους ήχους, στυλ, και τρόπους έκφρασης που ταιριάζουν γάντι με τις τρέχουσες, συχνά μεταβαλλόμενες, τάσεις. Νέοι μουσικοί εμφανίζονται διαρκώς, συνήθως με ένα τραγούδι παρόμοιο με κάθε άλλο της εποχής, βιώνουν τα γνωστά 5 δευτερόλεπτα φήμης, και έπειτα εξαφανίζονται από προσώπου γης, με κανέναν ακροατή να τους αναζητά. Θα αναφερθώ στην περίπτωση της AddisonRae, η οποία, κατ’ εμέ, αποτελεί ένα από τα πιο ηχηρά παραδείγματα της κατηγορίας των καλλιτεχνών που στερούνται αυθεντικότητα, εφαρμόζοντας απλώς της εικόνα τους στα εβδομαδιαία τρεντ. Η Addison ξεκίνησε να ανεβαίνει στον χώρο των influencer του TikTok από την αρχή της λειτουργίας της πλατφόρμας, ανεβάζοντας βίντεο με χορούς, συνήθως με άλλους του ίδιου στυλ influencers. Από ένα σημείο και μετά, οι δημοφιλέστεροι του TikΤok, δημιούργησαν το HypeHouse, μια ομάδα ιντερνετικών σταρ που ανέβαζαν όλοι μαζί βίντεο κυρίως χορευτικού περιεχομένου, όσο συγκατοικούσαν σε μία σαγηνευτική βίλα του Λος Άντζελες. Το Hypehouse αποτέλεσε πηγή τρομερών εσόδων, αφήνοντας στους συμμετέχοντεςπεριουσίες ζωής. Αφού σταμάτησε, οι περισσότεροι από αυτούς χάσανε ένα μεγάλο μέρος της φήμης τους, και εξαφανίστηκαν σταδιακά από τα socialmedia. Παρ’ όλ’ αυτά, μερικοί από αυτούς, συμπεριλαμβανόμενης της Addison,  αποφάσισαν να ακολουθήσουν μουσικές καριέρες, με μόνο την Addison να αποκτά πραγματική απήχηση ως μουσικός. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν πιστεύω ότι το παρελθόν θα έπρεπε να μας καθορίζει, και σίγουρα δεν αρνούμαι την εμφάνιση νέων ταλέντων. Η αναφορά μου στην Addison οφείλεται κυρίως στο ότι η μουσική της αποτελεί σημαντικό παράδειγμα της τέχνης χωρίς χαρακτήρα και νόημα, των ήχων που δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τους υπόλοιπους, και μιας εικόνας popstar, που φαίνεται απλώς να μιμείται την popκουλτούρα των 2000s.

    Δεν μου είναι εύκολο να αναφερθώ σε ένα μόνο αίτιο, αλλά αν είμαι σίγουρη για κάτι είναι το εξής: Η έλλειψη ποιότητας της νέας μουσικής δεν οφείλεται σε μειωμένη δημιουργικότητα ούτε στην απώλεια πραγματικών καλλιτεχνών, αλλά στην επανειλημμένη επιλογή της εύκολης, οικονομικής, και, πρωτίστως, σίγουρης λύσης. Οι καλλιτέχνες με ταλέντο και όραμα δεν σπανίζουν, σπανίζει όμως η δυνατότητα της μουσικής βιομηχανίας να τους αντιμετωπίζει με τον σεβασμό και την σοβαρότητα που τους αρμόζει, και όχι απλώς σαν ένα οικονομικό και χρονικό βάρος. Δεν είναι παράξενο που οι περισσότεροι νέοι της genz, επιλέγουν να ακούν μουσική δύο και τριών δεκαετιών πίσω, αφού παλαιότερα, οι καλλιτέχνες επιβραβεύονταν για την ποιότητα και την διαχρονικότητα της μουσικής τους, και όχι για την επίτευξη εσόδων> εξόδων. Πλέον, η μουσική σκηνή χαρακτηρίζεται από μουσικούς που τρέχουν και δεν φτάνουν να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερη μουσική με το λιγότερο δυνατό κόστος. Οι κατηγορίες της rock, της jazz, και της κλασσικής μουσικής έχουν παραμεληθεί πλήρως, με τις κατηγορίες της popκαι της rapνα ακμάζουν ποσοτικά, αλλά σίγουρα όχι ποιοτικά.

    Η σύνδεση της κατάστασης με την άνοδο του TikTokδεν είναι τυχαία. Οι ήχοι που χρησιμοποιούνται στην πλατφόρμα έχουν διάρκεια περίπου 40 δευτερολέπτων. Έτσι, για να αποκτήσει ένα τραγούδι δημοσιότητα, χρειάζεται να έχει 40 δευτερόλεπτα ρεφρένπου θα προσελκύσει όσους περισσότερους ακροατές. Πρόβλημα, βέβαια, δεν υφίσταται από μόνη της η ύπαρξη αυτών των λίγων ποιοτικών και ενδιαφερόντων δευτερολέπτων, αλλά η πλήρης παραμέληση του υπόλοιπου τραγουδιού. Οι καλλιτέχνες, πλέον, δίνουν έμφαση

    μόνο στη δημιουργία ενός ελκυστικού ρεφρέν, με τα κουπλέ και την γέφυρα των τραγουδιών να αποτελούνται από ελλειμματικές μελωδίες και ρηχούς, προχειρογραμμένους στίχους. Ανοίγεις την εφαρμογή, ακούς ένα πολλά υποσχόμενο τραγούδι, το αναζητάς και το ακούς ολόκληρο, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι, πέρα από το ρεφρέν, το υπόλοιπο κομμάτι είναι σχετικά αδιάφορο. Πηγαίνεις σε συναυλίες, και ακούς τους γύρω σου να ουρλιάζουν μόνο τα κομμάτια των τραγουδιών που έχουν γίνει διάσημα στο  Tiktok, χωρίς να γνωρίζουν λέξη από το υπόλοιπο.

    Εάν και το TikTok θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό στήριγμα για τους νέους καλλιτέχνες, την διάδοση της μουσικής τους και την αλληλεπίδρασή τους με τους ακροατές, έχει, στην πραγματικότητα, συντελέσει σε μια ιδιαίτερα ταχεία παρακμή της μουσικής κουλτούρας αλλά και της τέχνης γενικότερα.