The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Συντάκτης: Νίκος Λαφάρας

  • Από τον θάνατο και την απώλεια στην αιωνιότητα της ύπαρξης

    Από τον θάνατο και την απώλεια στην αιωνιότητα της ύπαρξης

    ΑφιερωσέΤο

    Ο Άγιος Σεβαστιανός στον συγκεκριμένο πίνακα αποδίδεται δεμένος και τρυπημένες από βέλη αλλά με μια έκφραση, περισσότερο σαν ένα παράξενο μειδίαμα που ακροβατεί ανάμεσα στην γαλήνη – λύτρωση και τον πόνο. Το σώμα του, αποπνέει μια αίσθηση αντοχής αλλά ίσως και εσωτερικής δύναμης. Εδώ δίνεται έμφαση κυρίως στον σωματικό πόνο.

    Το τραγούδι του Βρετανικού συγκροτήματος Placebo, μιλάει για το κενό που νιώθει κάποιο άτομο όταν χάνει έναν άνθρωπο που σήμαινε πολλά για εκείνο. Δίνει έμφαση στον ψυχικό πόνο και την απόγνωση αλλά και στην ίδια την ύπαρξη που κατά κάποιο τρόπο τώρα δεν βρίσκει νόημα να υπάρξει, δεν ξέρει ποια είναι πλέον. Βλέπουμε εδώ την ψυχική κατάσταση κυρίως. 

    Τέλος, το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι το μόνο από τα τρία αυτά έργα που κατά κάποιο τρόπο αρνείται την τωρινή πραγματικότητα. Προσπαθεί με τα λόγια και τα σημεία στίξης να πείσει πως όλα είναι καλά και ο θάνατος είναι απλά κάτι προσωρινό, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Το συναίσθημα αυτό δεν είναι οριστικό, δεν θα κρατήσει για πάντα, δεν μπορεί να μας καθορίσει. Κάποια στιγμή η πληγή θα κλείσει και η ψυχή θα λυτρωθεί. 

    Ίσως όλο αυτό που αξίζει τελικά και που μπορεί να απαλύνει αλλά και να δημιουργήσει τον πόνο, πόσο μάλλον να ξεπεράσει τον θάνατο, είναι η αγάπη.

    Το ποίημα «Ο θάνατος Δεν Είναι Τίποτα.» του Henry Scott-Holland.

    Ο θάνατος δεν είναι τίποτα. Δεν μετράει. Απλά πέρασα στο διπλανό δωμάτιο. Δεν έγινε τίποτα. 

    Όλα μένουν ακριβώς όπως ήταν. Εγώ είμαι εγώ, και εσύ είσαι εσύ, και η παλιά ζωή που ζήσαμε τόσο τρυφερά μαζί είναι ανέγγιχτη, αμετάβλητη. Οτιδήποτε ήμασταν ο ένας για τον άλλον, αυτό παραμένουμε.

    Φωνάξτε με με το παλιό, οικείο όνομα. Μιλήστε μου με τον απλό τρόπο που πάντα χρησιμοποιούσατε. Μην αλλάξετε τον τόνο σας. Μην κάνετε πλάτες σοβαρότητας ή θλίψης. 

    Γελάστε όπως πάντα γελούσαμε στα μικρά αστεία που απολαμβάναμε μαζί. Παίξτε, χαμογελάστε, σκεφτείτε με, προσευχηθείτε για μένα. Ας είναι το όνομά μου πάντα η οικεία λέξη που πάντα ήταν. Ας λέγεται χωρίς κόπο, χωρίς σκιά πάνω του.

    Η ζωή σημαίνει ό,τι πάντα σήμαινε. Είναι η ίδια όπως πάντα ήταν. Υπάρχει απόλυτη και αδιάκοπη συνέχεια. Τι είναι αυτός ο θάνατος παρά ένα ασήμαντο ατύχημα; 

    Γιατί να με ξεχάσετε επειδή δεν με βλέπετε; Απλά σας περιμένω, για λίγο, κάπου πολύ κοντά, ακριβώς στην γωνία.

    Όλα είναι καλά. Τίποτα δεν πονάει. Τίποτα δεν χάθηκε. Μια σύντομη στιγμή και όλα θα είναι οπως πριν. Πόσο θα γελάσουμε με την ταλαιπωρία του χωρισμού όταν ξαναβρεθούμε!»

  • Ο φόβος της έκθεσης μας κρατά πίσω

    Ο φόβος της έκθεσης μας κρατά πίσω

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ο φόβος της έκθεσης, γνωστός και ως «stage fright», είναι ένα από τα πιο συχνά συναισθήματα που βιώνουν οι άνθρωποι. Είτε πρόκειται για μια παρουσίαση στη δουλειά, είτε για μια σχολική εργασία, είτε ακόμα και για μια απλή παρέμβαση σε μια συζήτηση, πολλοί αισθάνονται έντονη πίεση όταν βρίσκονται μπροστά σε κοινό/ακροατές. Σύμφωνα με έρευνες, για κάποιους ο φόβος αυτός είναι ισχυρότερος ακόμα και από τον φόβο του θανάτου. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτό το συναίσθημα; 

    Συχνά, αποδίδουμε τον φόβο της έκθεσης σε έλλειψη αυτοπεποίθησης/ευχέρειας λόγου ή απλά θεωρούμε ότι δεν είμαστε «φτιαγμένοι» για κάτι τέτοιο από την γέννησή μας και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Υπάρχουν όμως βαθύτερες ρίζες.

    Αρχικά, βιολογικοί παράγοντες. Όταν βρισκόμαστε σε τέτοιες καταστάσεις, το σώμα μας ενεργοποιεί τον μηχανισμό «μάχης ή φυγής». Πρόκειται για μια φυσική αντίδραση άγχους. Έπειτα, ψυχολογικοί παράγοντες. Ο φόβος μην μας κρίνουν αρνητικά, η ανάγκη για τελειομανία, η χαμηλή πίστη στον εαυτό μας. Ειδικά για ορισμένα άτομα, το να νιώθουν ότι κάποιος τους βλέπει συνεχώς και ότι υπάρχουν πραγματικά και μπορούν να γίνουν αντιληπτοί από τον υπόλοιπο κόσμο, όχι μόνο σαν οντότητες, αλλά και πιο ειδικά, μπορεί οποιοδήποτε να δει πως μοιάζει το πρόσωπό τους, τα δόντια τους, τα μάτια τους, το χρώμα και την υφή των μαλλιών τους, τις τρίχες τους, τα χέρια τους, τα πόδια τους. «Βομβαρδιζόμαστε» καθημερινά από διάφορα «σποτ», «καμπάνιες» για το πόσο καλό θα μας κάνει να αποδεχθούμε τον εαυτό μας όπως είναι, πως το κάθε άτομο είναι ξεχωριστό πάνω στην γη και άλλα τέτοια. Ακόμη, όμως, δεν έχουμε καταφέρει να απομυθοποιήσουμε σαν υπάρξεις την εξωτερικά εικόνα/ομορφιά. Πάντα ο πιο όμορφος έχει το προνόμιο. Στην ουρά του σουπερμάρκετ, στην μουσική και την αναγνωρισιμότητα, στους στόχους και τα όνειρά του, παντού. Είναι λες και κάθε μέρα που περνάει μαθαίνουμε ότι η δημόσια εικόνα μας έχει όλο και περισσότερη αξία. Και αν κάτι μας κρατά πίσω τα βράδια είναι ότι μια μέρα, σε αρκετά χρόνια από τώρα, όλα αυτά θα αλλάξουν. Το σώμα και η ομορφιά είναι παροδικά, όπως και εμείς εξάλλου. 

    Και τότε θα καταλάβουμε πως δεν κάναμε ποτέ όλα όσα θέλαμε πραγματικά με τον φόβο της έκθεσης, πως κάποιος θα καταλάβει ότι γεράσαμε, ότι μεγαλώσαμε, ότι αλλάξαμε και κυρίως ότι ίσως δεν είμαστε τόσο δυνατοί όσο νομίζουμε.

  • Άγγελος: Μία cult ελληνική gay ταινία

    Άγγελος: Μία cult ελληνική gay ταινία

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ο Άγγελος είναι μία δραματική ταινία, παραγωγή του 1982 με πρωταγωνιστές τον Μιχάλη Μανιάτη στον ρόλο του Άγγελου και τον Διονύση Ξάνθο στον ρόλο του Μιχάλη, σκηνοθέτη τον Γιώργο Κατακουζηνό και μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη. Η ταινία ξεκινά με την γνωριμία των δύο ηρώων και σιγά σιγά μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για την ζωή του Άγγελου, ο οποίος δουλεύει σε ένα κοσμηματοπωλείο, η μητέρα του φαίνεται πως έχει κουραστεί από την ζωή και τις πολλές υποχρεώσεις, ο μπαμπάς του είναι εργάτης και είναι εθισμένος στο αλκοόλ, η αδερφή του καταλαβαίνουμε ότι έχει κάποια αναπηρία και η
    γιαγιά του την οποία επισκέπτεται σε κάποιο σημείο της ταινίας, σκιαγραφείται ως η«τρελή» του χωριού και αποκαλείται «πόρνη» από άλλες συχγωριανές της.

    Ο Άγγελος, με μία τέτοια οικογένεια στις πλάτες του, ερωτεύεται τον Μιχάλη, έναν ναυτικό, πιο «σκληρό» άντρα, όπως προσπαθεί η ταινία να τον παρουσιάσει, που τον καλεί σε διάφορα ραντεβού και του προτείνει αργότερα να μετακομίσουν μαζί σε ένα διαμέρισμα. Αργότερα, του πηγαίνει ως δώρο σε ένα κουτί «γυναικεία» εσώρουχα και του προτείνει να τα φορέσει. Μία επίσκεψη σε ένα πάρτι φίλων, φέρνει τον Άγγελο στην άβολη θέση να συνειδητοποιήσει ότι ο Μιχάλης θα είναι δικός του μόνο αν «αλλάξει» και «γίνει γυναίκα». Δεν άργησε η στιγμή που ο Μιχάλης ώθησε τον Άγγελο στην σεξεργασία για να μπορούν να πληρώνουν το ενοίκιο και άλλες υποχρεώσεις αλλά και για να αγοράσει εκείνος καινούρια μηχανή.

    Η ταινία αυτή δείχνει λεπτομερώς τον κόσμο της σεξεργασίας στην τότε Αθήνα, τις κακόφημες «πιάτσες», το πώς ζούσαν τα τρανς άτομα και τους κινδύνους που εμπεριείχε αυτή η ζωή όπως και τα προβλήματα με την αστυνομία.

    Στο τέλος, απογοητεύμενος και θυμωμένος ο Άγγελος καταλήγει να σκοτώνει τον Μιχάλη, κόβοντάς του τον λαιμό στο διαμέρισμά τους.

    Το πιο περίεργο από όλα είναι, ότι η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα στην δολοφονία του 21χρονου ναύτη Ανέστη Παπαδόπουλου από τον 19χρονο ναύτη και σύντροφό του Χρήστο Ρούσσο, σε ένα διαμέρισμα της Καλλιθέας, στις 7 Απριλίου το 1976. Ο Χρήστος Ρούσσος καταδικάστηκε τότε από το ναυτοδικείο σε ισόβια κάθειρξη με τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να χαρακτηρίζουν και τους δύο «ανώμαλους». Όταν ξεκίνησε η προβολή της ταινίας, όπου και «σάρωσε», καθώς έλαβε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βραβεία για το καλύτερο σενάριο, Ά ανδρικού ρόλου για τον Μιχάλη Μανιάτη και καλύτερης ταινίας, όπως και 300.000 εισητήρια μόνο στους κινηματογράφους της Αθήνας και του Πειραιά, ο Χρήστος Ρούσσος κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα, καθώς ισχυρίστηκε πως η οικογένειά του δεν ήταν έτσι στην πραγματικότητα, ούτε «είχε μεταμφιεστεί σε γυναίκα ποτέ».

    Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2023 κυκλοφορεί στο Youtube ένα ντοκιμαντέρ του Κώστα Πάρη με τίτλο «Ήσαν και οι δυο ανώμαλοι (documentary)» με καλεσμένο τον Χρήστο Ρούσσο που εξηγεί λεπτομερώς όλα αυτά που ένιωσε και τον οδήγησαν στον φόνο του συντρόφου του, τον δημιοσιογράφο – ακτιβιστή Γρηγόρη Βαλιαννάτο που περιγράφει το κλίμα της εποχής και τον ηθοποιό Μιχάλη Μανιάτη που μεταφέρει πληροφορίες από το παρασκήνιο της ταινίας.

  • Μετακομίσαμε προχθές

    Μετακομίσαμε προχθές

    Προσωπικά…

    Μετακομίσαμε προχθές. Καινούριοι στην γειτονιά. Υποδεχθήκαμε το σπίτι όλο χαρά. Κάναμε μια βόλτα το επόμενο
    μεσημέρι κι αφήσαμε τον ήλιο να διαπεράσει το δέρμα μας και ιδίως τα μάγουλά μας. Φαινόμασταν χαρούμενοι.
    Χαρούμενοι πραγματικά και ευτυχισμένοι. Γύρισα το κεφάλι μου και σε είδα να μου χαμογελάς. Πρώτη φορά σε
    έβλεπα έτσι. Όλα τα όνειρα μας είχαν πραγματοποιηθεί. Ή έστω είχαν γίνει τα πρώτα βήματα που προμηνύουν τον
    ερχομό και των υπολοίπων. Φθάσαμε στο μεγάλο πάρκο της γειτονιάς. Όλα ήταν τόσο συνηθισμένα και ταυτόχρονα
    φάνταζαν τόσο μαγικά. Ήμασταν μακριά από όλους, οι δυο μας. Οι δυο μας σε ένα πάρκο να πίνουμε τον καφέ μας
    όπου παίζουν παιδιά, άνθρωποι τρέχουν, σκυλιά ακούγονται να γαβγίζουν. Τότε σου εξήγησα πως από αυτήν την ζωή
    δεν θέλω πολλά. Δεν θέλω να φύγω τις περισσότερες φορές. Θέλω μονάχα εσένα, μια άνεση σε ένα μεγάλο σπίτι, μια
    δουλειά που μου αρέσει να κάνω και να μου ταιριάζει, ανθρώπους που να έχω περίεργα ωραία σύνδεση, ησυχία,
    ελευθερία, διάυγεια. Τότε γέλασες και μου εξήγησες πως αυτά κάποιες φορές είναι δύσκολο να υπάρχουν όλα σε μια
    ζωή.
    «Δεν με ενδιαφέρει, εγώ θα τα καταφέρω.» σου αποκρίθηκα. «Μου αρέσει να κάνω όνειρα, αλλά πιο πολύ μου αρέσει
    που σε όλα βρίσκεσαι και εσύ κάπου εκεί και με βοηθάς με όλα όσα χρειάζομαι. Βλέπεις, δεν ήμουν ποτέ ένας
    άνθρωπος με αρκετή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Κι όμως με έκανες μέσα σε αυτά τα χρόνια να πιστέψω πως
    όντως είμαι ‘άξιος’ να δεχθώ έστω και λίγο από αυτό που κάποιοι ονομάζουν αγάπη και που ακόμη μετά από όλα αυτά
    δεν μπορώ να περιγράψω και να εξηγήσω. Ευχαριστώ που είσαι δίπλα μου καθημερινά. Αλήθεια ευχαριστώ για όλα.»
    «Μόνος σου τα έκανες όλα.»
    Νομίζω πως όταν κάνω τέτοιους μονολόγους καταβάθος σε κουράζω αλλά στην τελική δεν σου αφήνω και άλλη
    επιλογή. Πρέπει ψιλοαναγκαστικά να απαντήσεις. Αξίζει τον κόπο όμως γιατί καθε φορά δίνεις τις πιο τέλεις
    απαντήσεις. Φαίνεται πως είσαι καλός ακροατής και προσέχεις όλα όσα σου λέω. Ευχαριστώ.-
    Κατά το απογευματάκι, ξεκινήσαμε να πάμε προς το σπίτι. Μόλις φθάσαμε έτρεξες να πάρεις ξύλα από την αυλή για να
    ανάψουμε το τζάκι. Μετά αποφασίσαμε να φτιάξουμε μαζί φαγητό και έπειτα κουλουράκια με κανέλα. Κανείς δεν
    ήξερε να μαγειρεύει τρελά, παρόλ’ αυτά όταν το κάναμε μαζι πάντα έβγαινε κάτι καλό. Σου διάβαζα τα υλικά και την
    διαδικασία με την οποία έπρεπε να τα ρίξουμε στο μπολ και εσύ ακολουθούσες πιστά τις οδηγίες. Όταν όλα αυτά
    τελείωσαν, κάτσαμε στον καναπέ, ανάψαμε κεριά και βάλαμε να δούμε την σειρά που παρακολουθούμε αυτήν την
    περίοδο, σχολιάζοντας κάθε φορά τα γεγονότα και τους χαρακτήρες. Παραλίγο να με πάρει ο ύπνος στην αγκαλιά σου.
    Παραλίγο να περνούσαμε το βράδυ αυτό στον καναπέ. Πλύναμε τα δόντια μας και ξαπλώσαμε και αμέσως σε λιγότερο
    από δύο λεπτά είχαμε αποκοιμηθεί. Όλα τόσο απλά και τόσο γαλήνια. Όλα τόσο ονειρικά.

  • Οι χειρότερες συνειδητοποιήσεις

    Οι χειρότερες συνειδητοποιήσεις

    Προσωπικά…

    Καμιά φορά νιώθω αυτή τη δίψα. Αυτή που τελικά σε ρουφάει αντί να φύγει μετά από ένα κρύο ρόφημα. Αυτή η δίψα
    του να κάνεις κάτι όσο καλύτερα μπορείς την δεδομένη στιγμή. Να τα κάνεις όλα «τέλεια», χωρίς πραγματικά να ξέρεις
    τί καθιστάται «τέλειο», ούτε για τα δικά σου δεδομένα. Δεν ξέρεις τι θέλεις και τι θεωρείς «τέλειο». Δεν ξέρεις που πας
    και που θέλεις να πας. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Θες απλά να περάσει και αυτή η στιγμή και να νιώσεις πως τα έχεις
    καταφέρει, πως έχεις επιβιώσει. Πως τα έχεις πάει μια χαρά. Το αναγνωρίζεις αυτό; Όχι. Ρίχνεις απλά τους σπόρους και
    περιμένεις τα περιστέρια να έρθουν στο παράθυρό σου.
    Κάπου διάβασα ότι η επαφή με τα πουλιά – οποιοδήποτε είδος, περιστέρια και μη- κάνει καλό στην ψυχική υγεία.
    Τώρα εξηγούνται πολλά. Τώρα καταλαβαίνω γιατί περιμένω πάντα περιστέρια να έρθουν και να φάνε τους σπόρους
    μου. Είναι πιο εύκολο έτσι. Να ψάχνεις κάτι να σου γεμίσει την ψυχούλα εφήμερα αντί να είσαι εσύ και αυτός που
    ρίχνει τον σπόρο και το περιστέρι. Άλλωστε δεν σου το έμαθε κανείς πως να το κάνεις. Απλά ίσως δεν σε αγαπάς
    αληθινά τελικά και για αυτό αδημονείς τόσο για ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη από κάποιον που θα νιώσει
    περήφανος που βρίσκεσαι στην ζωή του. Αλλά για ποιό πράγμα ακριβώς θα νιώσει περήφανος;
    Η χειρότερη συνειδητοποίηση τελικά ήταν αυτή. Να ζεις με ένα συνεχόμενο σφίξιμο ότι «πρέπει» να κάνεις και αυτό
    και αυτό και αυτό. Και να ζήσεις «όμορφα», να βγάλεις λεφτά στο μέλλον από κάτι που θα σου αρέσει, να προσφέρεις
    κάτι ωφέλιμο, να σε αναγνωρίσουν. Δεν είναι λίγο νωρίς όμως να σκέφτομαι τέτοια;

  • Η Ντροπή

    Η Ντροπή

    Προσωπικά…

    Δεν ήμουν ποτέ καλός στα αθλήματα.
    Θέλω να κάνω πάρα πολλά πράγματα, αλλά η ντροπή είναι κάτι που κυριεύει μέσα μου σαν δέντρο που υπάρχει σε
    κάποιο σημείο για χιλιάδες χρόνια και έχει βγάλει τόσες πολλές και χοντρές ρίζες που δύσκολα θα μπορέσει κάποιος να
    το ξεριζώσει.
    Δεν ξέρω αν υπάρχει όντως κάτι μέσα μου και αν υπάρχει μάλλον είναι θαμμένο πολύ βαθιά
    τόσο βαθιά που ούτε κάποιος με εξαιρετική όραση δεν θα μπορούσε να το βρει.
    Όλα θαμμένα λοιπόν κάτω από το στέρνο.
    Γι’ αυτό τα βράδια προσπαθούν να βγουν και να υπάρξουν κάπου εκεί έξω.
    Προσπαθούν να βγουν και να χορέψουν σε παράξενες μελωδίες
    Σε μελωδίες χαρούμενες, σε μελωδίες που υποδηλώνουν μια ξεγνοιασιά, μια αθωότητα, μια απλότητα.
    Προσπαθώ καθημερινά να τρυπήσω το κομμάτι αυτό του σώματός μου για να παραδεχθώ κάποια στιγμή πως
    προσπάθησα, πως έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να ξεπηδήσουν οι μαύρες αυτές κουκκίδες και να βγουν
    επιτέλους στον έξω κόσμο και να διασκορπιστούν παντού σαν μικρά μυρμήγκια που τρέχουν πάνω κάτω για να βρουν
    ένα κομματάκι τροφής και έπειτα με την ίδια επιμονή και την ίδια αφοσίωση να το ξανα γυρίσουν πίσω.
    Να το κρύψουν καλά μέσα στο χώμα για να μην το βρει κανείς και να κρατήσει για όσο περισσότερο μπορεί. Για να το
    αξιοποιήσουν όπως αυτά θέλουν.
    Μα κάποιος μάλλον περνώντας πάτησε αυτή τη φωλιά και τώρα δεν υπάρχει τίποτα.

  • Πού χάθηκαν τελικά οι κωμωδίες;

    Πού χάθηκαν τελικά οι κωμωδίες;

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Ένα από τα θέματα που φαίνεται να απασχολεί τους δημοσιογράφους τον τελευταίο καιρό και τίθεται ως ερώτημα σε αρκετές – αν όχι όλες – τις συνεντεύξεις που παίρνουν από ανθρώπους που βρίσκονται στο χώρο του θεάτρου/τηλεόρασης είναι: «Που χάθηκαν οι κωμωδίες σήμερα; Γιατί δεν δημιουργούνται πλέον κατά την γνώμη σας καλές κωμωδίες – ή και κωμωδίες γενικά;».

    Κάποιες δικές μου αγαπημένες:

    1. Σαββατογεννημένες

    2. Εγκλήματα

    3. ΝτόλτσεΒίτα

    4. Πάρα 5

    5. Μαύρα μεσάνυχτα

    6. Κωνσταντίνου και Ελένης

    Ο Γιώργος Καπουτζίδης είναι ίσως το πρώτο όνομα – σίγουρα από τα πρώτα ειδικά σε νεότερες ηλικίες- όταν σκεφτόμαστε την λέξη κωμωδία. Με δύο πολύ επιτυχημένες σειρές, τις «Σαββατογεννημένες» και το «Παρά 5» φυσικά, ίσως και την «Εθνική Ελλάδος» που άδοξα τελείωσε νωρίτερα, βρίσκεται όπως προ ανέφερα στις πρώτες θέσεις. Η πρώτη του τηλεοπτική δουλειά, οι «Σαββατογεννημένες» ήρθαν ως κάτι νέο στην τότε ελληνική τηλεόραση. Αγαπημένος χαρακτήρας για τους περισσοτέρους νομίζω η Μπία(Ελένη Ράντου).

    Μία 90ς σειρά, σταθμός για την ελληνική κωμωδία, είναι τα «Εγκλήματα». Τα «Εγκλήματα» -ακόμη και αν δεν πίστευαν στην σειρά από την αρχή- κατάφεραν να γίνουν μία από τις πιο γνωστές ελληνικές σειρές που φημίζεται γιατις ατάκες, τους καλογραμμένους χαρακτήρες, την ευρηματικότητα, το «blackhumour», το «darkaesthetic» της και πολλά άλλα . Προφανώς όλοι θυμόμαστε την αείμνηστη Σώσω (Καίτη Κωνσταντίνου) και την μαμά όλων μας που θέλουμε μια αγκαλιά από αυτήν Κορίνα (Μαρία Καβογιάννη).

    Το «Παρά 5» είναι ίσως η πιο γνωστή σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης. Δικοί μου αγαπημένοι χαρακτήρες: Η Ντάλια και ο Σπύρος που ίσως σε κάποιο άλλο σύμπαν είναι μια εκδοχή του εαυτού μου.

    Μια άλλη σειρά που κατάφερε να ξεχωρίσει είναι τα «Μαύρα μεσάνυχτα». Κατάφερε και αυτή η σειρά να θίξει διάφορα κοινωνικά θέματα και να κάνει όλους μας να έρθουμε πιο κοντά θέλοντας και μη με τον «κόσμο της νύχτας». Δικές μου αγαπημένες: Σιλβήκαι Λένα.

    Μία σειρά πάρα πολύ γνωστή για την εποχή που προβλήθηκε πρώτη φορά, το «Ντόλτσε Βίτα», με το ερωτικό τρίγωνο μητέρας-κόρης- γαμπρού ίσως με ένα από τα πιο χάλια τέλη σε σειρές που έχω δει. Αγαπημένοι χαρακτήρες: Σάσα, Χριστίνα, Όλγα.

    Τέλος, το «Κωνσταντίνου και Ελένης» είναι η σειρά που έχει παιχτεί περισσότερες φορές σε επανάληψη στην ελληνική τηλεόραση όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μία σειρά που ενώ βγάζει αυτή τη κλασική μιζέρια των 90ς στα σκηνικά και στα πλάνα (όπως και το «Ντόλτσε Βίτα») κατάφερε να μείνει ανεξίτηλη εξαιτίας πολλών παραγόντων όπως και πάλι οι ατάκες, οι χαρακτήρες, οι πολύ καλοί ηθοποιοί, και κυρίως ο αυθορμητισμός και η ελευθερία της.

    Το ερώτημα όμως είναι: «Γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες σειρές σήμερα;»

    Η αλήθεια είναι πως έγιναν – κι γίνονται ακόμη- κάποιες «απόπειρες» για καλές κωμικές σειρές αλλά καμία δεν φαίνεται να πλησιάζει τη «δόξα» που έχουν αποκτήσει άλλες παλαιότερες τηλεοπτικές σειρές.

    Ο Γιώργος Καπουτζίδης επέστρεψε με την σειρά «Σέρρες», στο Ant1+ , μια συνδρομητική πλατφόρμα. Η αλήθεια είναι πως είχα πολλές προσδοκίες για τις «Σέρρες» και ένιωσα ότι κάτι έλειπε.Ίσως περίμενα περισσότερα από ένα «openlygay» άνδρα που γράφει μια σειρά με πρωταγωνιστή ένας επίσης «gay» άνδρα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

    Από την άλλη το «Είμαι η Τζο» κατάφερε να με κερδίσει περισσότερο και να με αφήσει να σκεφτώ ότι αν αυτό παιζόταν στην τηλεόραση ίσως και να κοβόταν από τα πρώτα επεισόδια -ίσως και να μην παιζόταν ποτέ-.

    Δεν ξέρω αν σήμερα θα έδειχνε το «Mega» μια σειρά όπως το «Κάπου σε ξέρω» με την Καίτη Κωνσταντίνου και την Μαρία Καβογιάννη.

    Άρα, το πρόβλημα είναι ότι έχει υπάρξει άνοδος των συνδρομητικών καναλιών και για αυτό στην δημόσια ελληνική τηλεόραση δεν προβάλλονται πλέον κωμωδίες. Ίσως γιατί τα χρήματα είναι περισσότερα για την ένταξή της π.χ. στο «Netflix», ίσως οι δημιουργοί να ποντάρουν εκεί γιατί η ίδια η τηλεόραση τους «έχει κλείσει την πόρτα», αποφασίζοντας να δώσει προτεραιότητα σε σειρές εποχής/δραματικές. Το νεανικό κοινό το ίδιο έχει αποκοπεί από την τηλεόραση και βλέπει περισσότερο συνδρομητικά κανάλια.

    Άρα, η τηλεόραση ξέρει κατά βάθος ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι μεγαλύτερης ηλικίας που κατά κάποιο τρόπο «έμαθε» να ζει με συνεχώς ανοιχτή τη τηλεόραση, να ενημερώνεται μόνο από τις ειδήσεις, να είναι πιστός φίλος της.

    Ακριβώς επειδή οι μεγαλύτερες γενιές μεγάλωσαν και έζησαν εκείνες τις σειρές την εποχή που παίζονταν, τώρα τις έχουν βαρεθεί και ίσως τις συνδυάζουν κι με δύσκολες οικονομικά εποχές και αναμνήσεις ενώ για την νέα γενιά είναι ίσως κάπως «cool» να τις βλέπει τώρα για πρώτη φορά και να μαθαίνει τις ατάκες απέξω. Έχουμε δει εξάλλου και πολλά τέτοια “trends” στο “TikTok”.

    Ίσως γενικά τα κανάλια/εταιρείες φοβούνται να επενδύσουν χρήματα σε κωμωδία ακριβώς γιατί ξέρουν ότι δεν θα πάει καλά, οπότε έτσι δεν δίνεται το βήμα και σε νέους σεναριογράφους/σκηνοθέτες/καλλιτέχνες γενικά να φέρουν φρέσκες ιδέες στο προσκήνιο.

    Βέβαια, ακόμη και κάποιες σύγχρονες κωμικές σειρές όπως «Η τούρτα της μαμάς» προβλήθηκαν στο κρατικό κανάλι της «ΕΡΤ» χωρίς ιδιαίτερη διαφήμιση και πέρασαν κάπως «απαρατήρητες» από το περισσότερο τηλεοπτικό κοινό ενώ είχαν τα προσόντα και τους ηθοποιούς για να γίνουν πιο επιτυχημένες από ό,τι κατέληξαν να είναι.

    Ίσως για όλους τους παραπάνω λόγους, οι κωμωδίες που παίζονται τώρα στην τηλεόραση κάνουν πολύ χαμηλά νούμερα ή κόβονται μετά από κάποιο σημείο ή δέχονται πιέσεις και σαμποτάζ δυστυχώς (όπως στην περίπτωση της «Αρχελάου 5» που επειδή «τόλμησε» να κάνει ένα σχόλιο για το έγκλημα των Τεμπών, μετά αποφάσισαν να κόψουν την συγκεκριμένη σκηνή). Ο κόσμος, όμως, δεν είναι χαζός και πλέον δυστυχώς ή ευτυχώς τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έχουν τεράστια δύναμη. Ακόμη και αν το κρατικό κανάλι αποφάσισε να «διαγράψει» αυτή τη σκηνή σαν να μην υπήρξε ποτέ, δεν υπολόγισε ότι πάλι το μήνυμα ακούστηκε και πως ό,τι και αν κάνουν αυτοί που παίρνουν αποφάσεις δεν θα μας φιμώσουν ποτέ.  Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να αγωνιζόμαστε για όλα τα εγκλήματα μέχρι να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι.

    Το κύριο πρόβλημα με την τηλεόραση ίσως είναι αυτό σήμερα. Δεν γελάμε πλέον με τα ίδια αστεία, κάποια στις τότε επιτυχημένες σειρές ήταν ρατσιστικά/ομοφοβικά/τρανσφοβικά/σεξιστικά (σε συνδυασμό και με την τωρινή άνοδο της πολιτικής ορθότητας). Π.χ. Οι σειρές του Ρήγα («Δύο ξένοι», «Οι στάβλοι της ΕριέτταςΖαΐμη») πάντα εμπεριείχαν πολιτικά σχόλια, καυστικότητα, σενάριο που βασιζόταν στην παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας.  Δεν αναιρώ λοιπόν, το γεγονός ότι πολλές ελληνικές σειρές εμπεριέχαν τέτοιου είδους αστεία ή ήταν αντιγραφές από ξένες ιδέες και δεν το ξέραμε καν τις περισσότερες φορές. Έβρισκαν όμως έναν τρόπο να προσαρμόζονται στην τότε ελληνική κοινωνία και στις ανάγκες της και ασκούσαν κριτική, προσέφεραν γέλιο και το πιο σημαντικό, συνέχιζαν να υπάρχουν και να γράφουν ιστορία.