The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Συντάκτης: Χρήστος Κούλας

  • Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Ο ηλεκτρικός, η Μιμή και ο χειμώνας που αχνοφαίνεται

    Προσωπικά

    Ηλεκτρικός, βράδυ Σαββάτου, εννιά η ώρα. Από Καλλιθέα προς Ηράκλειο. Αναρωτιέμαι ακόμα τι ήταν αυτό που με έκανε να αφήσω την θαλπωρή του σπιτιού μου και να πάρω ένα αρκετά δύσοσμο και δυσάρεστα μαζικό μεταφορικό μέσο για να πάω σε μια περιοχή που δεν εκτιμώ ιδιαίτερα. Μα κάποιες θυσίες πρέπει να τις κάνεις χάριν της φιλίας.

    Η προξενήτρα του Ουάιλντερ κάποια στιγμή, λίγο πριν την αυλαία, αναφωνεί: όλοι ηλίθιοι είμαστε, μα πρέπει να αποφασίσει ο καθένας για τον εαυτό του αν θέλει να είναι ένας ηλίθιος μόνος του ή ένας ηλίθιος μαζί με άλλους ηλίθιους. Και εγώ με διάφορα προτιμώ το δεύτερο, είναι πιο ρομαντικό.

    Ίσως κάπου πίσω πίσω να έπρεπε να ακούγεται η φωνή του Βασίλη να λέει «Άδεια η πόλη, που πήγαν όλοι;». Γιατί ενώ όλοι παραπονιόμαστε για την επανένταξη μας στα χειμερινά ωράρια, οι δρόμοι ακόμα είναι σχετικά άδειοι, ο ηλεκτρικός δεν γεμίζει ιδιαίτερα (ούτε καν τις ώρες αιχμής) και μπορείς ακόμα με άνεση να βρεις τραπέζι Σάββατο βράδυ στο αγαπημένο σου μαγαζί.

    Και μπορεί αυτό ακούγεται πολύ μοναχικό και πεσιμιστικό, ωσάν κάποιο κακό γραπτό μιας κακής ρεπλίκας Τολστόι που Ντοστογιεφσκίζει στα σημεία. Θα το ρίξω στη ζέστη. Τι τα κλείνουν τα ερ κοντίσιον από τώρα, ακόμα Αύγουστος είναι, τριανταπεντάρια χτυπάει ο κύριος Κέλσιος και οι βαθμοί του. Λίγη συμπόνια στον άνθρωπο που γύρισε από τις διακοπές του και πια πρέπει να δουλέψει, ρε παιδιά…

    Απ’την άλλη δεν φαντάζεστε πόσο φοβάμαι τον Σεπτέμβρη. Θα ξυπνήσουμε πάλι ένα πρωί διαβάζοντας ασύστολα και άβουλα σεντόνια στα σόσιαλ με επικεφαλίδα «32 Αυγούστου». Δε θέλω κυρά μου άλλον Αύγουστο, με το ζόρι. Αφήστε να έρθουν τα πρώτα κρύα, μπας και αρχίσουμε να θερμαινόμαστε με κουβέρτες και σταματήσει να έρχεται η ΔΕΗ κατοστάρι. Κι είμαι κι ένας άνθρωπος μόνος… Άλλο ένα άλυτο μυστήριο που τη λύση του την ξέρει μόνο ο Θεός. Σαν το ταλέντο της Ντενίση ένα πράγμα!

    Και για να μη δημιουργώ λάθος εντυπώσεις θα παραθέσω κι ένα απόφθεγμα που μου είπε πρόσφατα ένα αγαπημένο πρόσωπο:

    Καμιά δεν είναι ίση
    με την Μιμή Ντενίση.

    Όχι πως το ενστερνίζομαι απόλυτα, αλλά κάτι άκουσα τις προάλλες στον ΣΚΑΪ για αντικειμενική δημοσιογραφία και παρουσίαση πολλών πλευρών επί του θέματος. Το βρήκα πετυχημένο και το ξεσήκωσα.

    Να κλείσω, λοιπόν, κάπου εδώ το παρόν κείμενο, μιας και κατεβαίνω στην επόμενη στάση, εξηγώντας τον σκοπό του. Δεν έχει. Γιατί όπως έλεγε και ο Ουγκό «Το όμορφο είναι εξίσου χρήσιμο με το χρήσιμο». Κι εγώ αυτές τις σκέψεις εν μέσω δρομολογίου του ηλεκτρικού τις βρίσκω πανέμορφες.

    Στάλθηκε από το iPhone μου.

  • Μόνοι στην πόλη

    Μόνοι στην πόλη

    Ε ναι, λοιπόν. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη. Ένα «Αφιέρωσέ το» που δεν έχει να κάνει με την θάλασσα και την αμμουδιά και τα τύπου αισθητικά στόρι στο ίνσταγκραμ. Γιατί υπάρχουμε κι εμείς, αγαπητοί αναγνώστες, που τις διακοπές (των άλλων) τις είδαμε από το κινητό!

    Κι εξού και το αφιέρωμα στην μοναξιά της πόλης. Στον Αύγουστο, που πηγαίνεις και βλέπεις άδεια την Βασιλίσσης Σοφίας. Που την πόλη την κατοικούν αποκλειστικά τουρίστες. Πάμε να υμνήσουμε την μοναξιά μας, λοιπόν. Εύθυμα, μην ξύνουμε πληγές…

    ΠΙΝΑΚΑΣ: Edward Hooper – Morning sun

    Και δεν υπάρχει καλύτερη εναρκτήριος από αυτόν εδώ τον πίνακα. Γιατί έτσι κατάμονοι καθόμαστε κι εμείς στα κρεβάτια μας, κάτω από το ερκοντίσιον και με το βλέμμα να ατενίζει την μπουγάδα της απέναντι. Που κι αυτή -κατά πάσα πιθανότητα- διακοπές έχει πάει. Μόνο την μπουγάδα άφησε πίσω…

    ΠΟΙΗΜΑ: Μίλτος Σαχτούρης – Η μικρή ιστορία

    Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου

    είναι άδειο,

    μόνο εγώ υπάρχω.

    Έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο

    γιατί ούτε εγώ υπάρχω.

    Μη μας γειώνετε έτσι, κύριε Μίλτο Σαχτούρη μου! Επειδή δεν είχαμε λεφτά για διακοπές ή άδειες, μη μας ακυρώνετε ολόκληρη την ύπαρξη. Και στο κάτω κάτω της γραφής (που αξίζει να καταστραφείς) το ποίημα κάνει μπαμ πως δεν είναι ρεαλιστικό. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά το δικό μου καφενείο που πίνω τον καφέ μου, δεν είναι άδειο. Είναι κλειστό!

    ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Νεφέλη Φασούλη – Βόλτα

    Και τελειώνουμε με αυτό το υπέροχο τραγούδι της Νεφέλης Φασούλη. Εύθυμα, ευδιάθετα. Δεν πειράζει που μείναμε στην Αθήνα φέτος το καλοκαίρι, παιδιά. Ας βγούμε να την γνωρίσουμε καλύτερα, ας ερωτευτούμε στα στενά της, ας φιληθούμε σε κανένα θερινό… Με κανένα ανεμιστηράκι στο χέρι, παρακαλώ, να γλιτώσουμε τις θερμοπληξίες και τα πήγαινε – έλα στον Ευαγγελισμό.

  • Για να γελάσετε: Καλλιτεχνικές προτάσεις που θα σας διασκεδάσουν

    Για να γελάσετε: Καλλιτεχνικές προτάσεις που θα σας διασκεδάσουν

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Τα τελευταία χρόνια το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι στη χώρα μας διέπεται μια σοβαρότητα. Ακόμα και οι ξεκάθαρα εμπορικές παραγωγές δεν το προσπαθούν στην κωμωδία. Επιλέγουν το σαπουνοπεριζέ και το μελό. Αυτό, βέβαια, δεν προτάσσεται σε κάποια επιθυμία του κοινού, καθώς όλοι νοσταλγούν τις παλιές κωμωδίες και ανατρέχουν σε αυτές. Αποτέλεσμα αυτού το να καθόμαστε όλοι και να αναφωνούμε από τα έγκατα του φωνητικού μας συστήματος ένα βροντερό “δεν γίνονται πράγματα σήμερα”.
    Ε, όχι λοιπόν! Γίνονται προσπάθειες! Και σήμερα θα δούμε τις καλύτερες κωμωδίες στον χώρο της τέχνης.

    Βιβλίο: Της Χούντας το Πουλί, Αύγουστος Κορτώ

    Το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα. Αποτελεί μία πετυχημένη προσπάθεια σάτιρας προς την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών και τον τρόπο που λειτουργούσε τότε το κράτος και το σύστημα. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την Αννίτσα, μία γιαλαντζί μέντιουμ και προσωπική χαρτορίχτρα της Δέσποινας Παπαδοπούλου, η οποία βρίσκει στο μαξιλάρι της ένα πρωί το μόριο του δικτάτορα. Κι όπως αναφέρει και ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο: της Χούντας το πουλί, ποιος τολμάει να το πιάσει;

    Θέατρο: Το Πάρτυ της Ζωής Μου, Θέατρο Διάνα


    Η Ελένη Ράντου γράφει και παίζει και ο Ανέστης Αζάς σκηνοθετεί. Επί σκηνής οι μουσικοί Μιρέλλα Πάχου και Αλέξανδρος Ιακώβου. Στον συγκεκριμένο μονόλογο, η ηρωίδα ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής της και περιγράφει τα σημαντικά γεγονότα της ζωής της άλλοτε με έντονη κωμικότητα και άλλοτε με ωμό ρεαλισμό που προκαλεί συγκίνηση. Μια παράσταση που θα σας κάνει να κλάψετε, και από τα γέλια και από τη συγκίνηση. Την συνιστώ ανεπιφύλακτα.

    Σειρά: Στα τέσσερα, ΑΝΤ1+

    Ο Θέμης Γκύρτης δημιούργησε μία σειρά – ορόσημο για την Ελληνική τηλεόραση… Την Ελληνική πλατφόρμα, μάλλον! Η ιστορία μας αποτελεί μια αφήγηση της ζωής της Γεωργίας (Γεωργία Κάλτση), η οποία είναι ανάπηρη, καθηλωμένη σε αμαξίδιο και έχει
    περάσει τα τριάντα. Συνεπώς, αποφασίζει να φύγει από το σπίτι της και να ζήσει μόνητης. Σχεδόν. Η σειρά αποτελεί μια τρυφερή και κωμική ματιά απέναντι στα ανάπηρα άτομα με υπέροχο cast (Ιωάννα Μαυρέα, Ειρήνη Μπούκλη, Δημήτρης Κίτσος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης).

    Σινεμά: Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, Πέδρο Αλμοδόβαρ

    Δεν έχω ιδέα πως έγινε αυτή η μαζική προβολή της συγκεκριμένης ταινίας στα θερινά της Αθήνας, αλλά πολύ μου αρέσει. Η συγκεκριμένη ταινία είναι ξεκαρδιστική και η αισθητική της εξυψώνει τον άνθρωπο που την παρακολουθεί. Υπόθεση: Η Πέπα (Κάρμεν Μάουρα), μια τηλεοπτική ηθοποιός, μόλις έχει χωρίσει από τον Ιβάν (Φερνάντο Γκιγιέν) και βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Στο σπίτι της καταλήγει η Καντέλα (Μαρία Μπαράνκο), μία φίλη της που θέλει να αποφύγει τον νέο εραστή της. Ξαφνικά στο σπίτι της μαζεύονται ο γιος του Ιβάν, ο Κάρλος (Αντόνιο Μπαντέρας), μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, τη Μαρίσα (Ρόσι Ντε Πάλμα), αλλά και η πρώην του Ιβάν, Λουθία (Χουλιέτα Σεράνο).
    Και αυτές είναι οι δικές μου προτάσεις. Σας φιλώ και καλά γέλια!

  • Και κάτωθέ τους φαίνεται υπάρχουν άλλα πατώματα

    Και κάτωθέ τους φαίνεται υπάρχουν άλλα πατώματα

    Προσωπικά…

    Αυτή η ζέστη του καλοκαιριού κάπως μας έχει λιώσει… Και δεν είναι καν αυτό το λιώσιμο το κάπως ωραίο του έρωτα. Είναι αυτό το “σου γαμάω ό,τι έχεις και δεν έχεις”. Καλοκαίρι στην Αθήνα και δε συμμαζεύεται. Τι να σου κάνει ένα πάρκο ελευθερίας και μία Βάρκιζα το σου κου; Και σαν να μην έφτανε που τηγανιζόμαστε με φόντο γκρίζες πολυκατοικίες, έρχεται ο Γιώργος ο Τσαλίκης να σου πει ξώφαλτσα από κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό «Σαντορίνη να γίνει η Ομόνοια» να σε κουφάνει. Κάτσε ρε Γιώργο Τσαλίκη! Για εσένα, δηλαδή, το ηλιοβασίλεμα στην καλντέρα και τα ασπρομπλέ σπιτάκια είναι το ίδιο με τη φθηνή πρέζα και τα κατουρημένα πεζοδρόμια;

    Κι αυτό το γαμήδι το ερ κοντίσιον, δε λέω να το κλείσω. Να δω τι ρεύμα θα μου ‘ρθει τον επόμενο μήνα, τώρα που υπάρχει και κρίση λόγω των πολλαπλών πολεμικών μετώπων. Κι εκεί συνειδητοποιείς πως ενώ πεθαίνουν μωρά στην Παλαιστίνη, εσύ γκρινιάζεις για το εξτρά εικοσάρι που θα σκάσεις στην ΔΕΗ.

    Μα είναι αυτή η προωθούμενη κουλτούρα, παιδί μου. Αυτή που σου λέει «υπάρχουν και χειρότερα». Μια φορά να κοιτάξουμε τα καλύτερα δε γίνεται; Να κοιτάξουμε αυτούς που τρώνε αστακούς με χρυσά κουτάλια και πάνε full season διακοπές στα πεντάστερα στη Σαντορίνη; Την κανονική, όχι αυτή του Τσαλίκη…

    Γιατί εγώ πρέπει να ανακουφιστώ που -μέχρι στιγμής- δε με σκοτώνει κάποιος πόλεμος; Γιατί να είναι αχαριστία να επιθυμώ ν’ ανοίξω κι εγώ ένα σαβινιόν μπλανκ με θέα το ηφαίστειο; Να ξεσκάσω κι εγώ, βρε αδερφέ! Α, μπα! Εμείς θα περιοριστούμε στο σουβλατζίδικο της γωνίας, να πούμε πως το ρίξαμε έξω κι απόψε. Θα ευχαριστήσουμε θεούς και δαίμονες για ένα πίτα καλαμάκι απ’ όλα χωρίς κρεμμύδι. Κι αν τύχει και κανένα κοντινό ταξιδάκι (με βενζίνες βερεσέ, αλλιώς δε βγαίνει) νιώθουμε πως αναβαθμιζόμαστε. Σαν να αλλάζουμε τάξη ένα πράγμα.

    Σε άλλα νέα, τις προάλλες βρέθηκα στην Επίδαυρο. Είδα Μαρμαρινό. Παραδίπλα μου η περιφερειακή μου όραση έκοψε Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη και δύο τρεις δημοσιογράφους, γνωστές φάτσες.

    Το θέμα ήταν μια μαλακία περί της φιλοξενίας, παρμένο από την Οδύσσεια, αυτούσιο, χωρίς καμία διασκευή στα σημεία. Δε μου άρεσε! Βγήκαν εκεί μια Αρήτη ξώβυζη, ένας Αλκίνοος ζεν σαν μοναχός του Θιβέτ και ένας Οδυσσέας με μια Ναυσικά να μιλούν συλλαβιστά λες και μάθανε την Ελληνική σε κάποια βάρκα. Η Γιάννα, δε, ενθουσιάστηκε! Εμ βέβαια… Που να καταλάβει η Γιάννα τι σημαίνει άχρηστη παράσταση; Ένιωσε ποτέ η Γιάννα τι εστί οκτάωρο, πως βγαίνει το πενηντάρικο του πήγαινε έλα στις βενζίνες ή πως περνάς όταν στριμώχνεσαι στα αστικά, τα μετρό και τα πούλμαν; Έχει η Γιάννα δύσκολη καθημερινότητα για να νιώσει την ανάγκη να δει μια παράσταση που να την εκφράζει;
    Που να εκφράζει τις πλέον αποστειρωμένες διαπροσωπικές σχέσεις ή την δυσκολία του εργάτη ή την φτώχεια; Ένιωσε η Γιάννα την φτώχεια;

    Αφού, Γιάννα μου, τόσο πολύ σε συγκίνησε ο Μαρμαρινός με το μήνυμα του περί μίας φιλοξενίας που θα μας φέρει πιο κοντά και θα μας ξανακάνει ανθρώπους… Φιλοξένησέ με, Γιάννα μου, στο κότερό σου τώρα που ‘ναι και καλοκαιράκι… Έλα, Γιάννα μου, μήπως καταφέρω κι εγώ ν’ ανοίξω ένα σαβινιόν μπλανκ μπροστά στο ηφαίστειο που το ‘χω και καημό!

    Οι κριτικές θριαμβευτικές. Πρόκειται περί αριστουργήματος. Κι αν πεις και τίποτα σε κανέναν κριτικό που ίσως να ‘χεις πιάσει φίλο, θα σου πει πως ήταν ψαγμένο και είχε αναφορές και είχε κι αλληγορίες και άντε γαμήσου κι εσύ κριτικέ που ίσως να ‘χω πιάσει φίλο. Δε θέλω, ρε μαλάκα κριτικέ, να έχω καταπιεί όλο το wikipedia για να καταλάβω μια παράσταση. Δεν έχω το δικαίωμα; Τι σκατά ευνουχισμός της τέχνης είναι αυτός; Δηλαδή για να καταλάβει κανείς τέχνη, πρέπει να έχει προϊστορία με άλλη εξίσου δύσκολη τέχνη; Κι αυτήν την προσλαμβάνουσα δύσκολη τέχνη θα την έχει καταλάβει;

    Και ποια πρέπει να είναι η πρώτη τέχνη που θα εκλάβει; Από που αρχίζει το νήμα; Από ποια ταινία, ποιο βιβλίο; Κι αν δεν υπάρχει αρχή και εύκολη τέχνη, τότε τι; Θα βλέπουμε μια ζωή την δύσκολη
    χωρίς να καταλαβαίνουμε, ελπίζοντας πως κάποτε ίσως καταλάβουμε κάτι;

    Καλά τα έλεγε ο Μπρεχτ περί απλοποιημένου εκλαϊκευμένου θεάτρου. Μα πλέον για την βαριά ενδοφλέβια κουλτούρα των Μαρμαρινών, ο Μπρεχτ είναι ξεπερασμένος. Προτιμούν τον Όμηρο. Όπως και να το κάνεις, έχει πιο επίκαιρο σχόλιο για τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Κι ας γράφτηκε πριν τρεις χιλιάδες χρόνια η Οδύσσεια.

    Αλλά πότε πάσχισαν οι Μαρμαρινοί να φέρουν τους εργαζόμενους στο θέατρο και στην Επίδαυρο; Γι’ αυτό τα δύο τελευταία χρόνια την κόψαμε την κωμωδία στο φεστιβάλ… Για να μη μαζεύεται η πλέμπα και στρεσάρεται το μνημείο. Έτσι κι αλλιώς, δεν είμαστε όλοι για όλα. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ο εργάτης και η εργάτρια να κάτσουν με το δεκατριάωρό τους. Η άνεργη νοικοκυρά που προσέχει κουτσούβελα να κάτσει με την Κατ Κεν. Τι θα καταλάβουν, άλλωστε, αυτοί από την σκηνοθετική πολυπλοκότητα των Μαρμαρινών; Αφού εμείς εδώ δεν κάνουμε θέατρο γι’ αυτούς. Εμείς εδώ κάνουμε θέατρο για την Γιάννα.