The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Συντάκτης: Αναστασία Πριοβόλου

  • Στηρίζουμε το “Athens Palestine Film Festival”

    Στηρίζουμε το “Athens Palestine Film Festival”

    Διεθνής Ματιά

    Το Φεστιβάλ Παλαιστινιακού Κινηματογράφου της Αθήνας (APFF) επιστρέφει από τις 16 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2025 ! Ετοιμαστείτε για μια δυναμική σειρά από ισχυρές παλαιστινιακές ταινίες και ντοκιμαντέρ, στην καρδιά της Αθήνας. Στόχος του Φεστιβάλ είναι η προβολή και προώθηση ταινιών και ντοκιμαντέρ Παλαιστινίων δημιουργών και με θέμα το καθεστώς παράνομης κατοχής στη Γάζα και τη Δυτική όχθη, στα πλαίσια διαφύλαξης της παλαιστινιακής κουλτούρας και της στήριξης της αντίστασης του Παλαιστινιακού λαού.Θα έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε πολλές ταινίες στις αίθουσες Τριανόν, Studio, Newman Cinema, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και το Onassis Air. Το Φεστιβάλ ξεκινάει με την προβολή στο Τριανόν “The Voice of Hind Rajab”, της ταινίας που δέχτηκε το σπουδαιότερο standing ovation στην ιστορία του Φεστιβάλ Βενετίας. Ένα ντοκιμαντέρ που έχει αποκτήσει συμβολική διάσταση καθώς η σκηνοθέτις Kaouther Ben Hania αποτύπωσε την στιγμή που η 6χρονη Hind Rajab, εγκλωβισμένη σε ένα αυτοκίνητο που δεχόταν πυρά κάλεσε για βοήθεια, τα τελευταία λεπτά πριν δολοφονηθεί. Οι ηχογραφήσεις της μικρής που χρησιμοποιούνται στο ντοκιμαντέρ είναι οι αληθινές λίγο πριν χάσει τη ζωή της. Θα παρακολουθήσουμε επίσης το “To a Land Unknown”, την ιστορία δύο Παλαιστινίων προσφύγων στην Αθήνα και του καθημερινού αγώνα τους εδώ. Αξιοσημείωτο είναι και το ντοκιμαντέρ “Gaza Calling”, σκηνοθετημένο το 2012 που μας παρουσιάζει μια οικογένεια που ζει διασπασμένη ανάμεσα στη Δυτική όχθη και τη Γάζα, και τον επί ετών αγώνα τους να ενωθούν και να δουν ο ένας τον άλλον, πράγμα εξαιρετικά περίπλοκο λόγω των αυστηρών ελέγχων διαβατηρίων και των λοιπών περιορισμών, μας θυμίζει την εξαιρετική ταινία «200 Μέτρα» του Ameen Nayfeh, την οποία παρακολουθήσαμε πέρσι στο Φεστιβάλ. Είναι εξέχουσας σημασίας να τονίζεται η υπέρτατη δυσκολία των φυσικών μετακινήσεων των Παλαιστινίων εντός της πατρίδας τους ακόμα και πριν την 7η Οκτωβρίου, δυσκολίες που δεν μπορούμε καν να συλλάβουμε νοητικά και που χώριζαν ολόκληρες οικογένειες, μας κάνει να καταλάβουμε ότι ακόμα και μια εγγύς απόσταση σε μια κατεχόμενη και ελεγχόμενη από ξένες δυνάμεις ζώνη μπορεί να μην είναι εγγύς στην πραγματικότητα. Άξιο αναφοράς ανάμεσα στις προβολές είναι και το “A Fidai Film” του Kamal Jafari, πειραματικό και αρκετά αντισυμβατικό ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να φέρει στην επιφάνεια τη λεηλασία του «Παλαιστινιακού Ερευνητικού Κέντρο» κατά τη διάρκεια της Ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο το 1982 και το κάψιμο όλου του αρχείου. Το ντοκιμαντέρ θίγει το ζήτημα του συλλογικού τραύματος της απώλειας της πολιτισμικής κληρονομιάς ενός λαού του οποίου εδώ και έναν αιώνα πασχίζουν να εξαφανίσουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ακόμα, τo “Once Upon a Time in Gaza” και το “All that is left of you” είναι πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές, στο πρώτο μια μικρή ένδειξη της καθημερινότητας στη Λωρίδα της Γάζας προ της 7ης Οκτωβρίου σε μια ζώνη που η παραβατικότητα είναι τρόπος επιβίωσης σε έναν τόπο όπου κάθε έννοια κράτους είναι ακρωτηριασμένη από τον δυτικό κόσμο και στο δεύτερο το ζήτημα του διαγενακού τραύματος, όπου βλέπουμε τρεις γενιές της ίδιας οικογένειας να βιώνουν τις συνέπειες του εκτοπισμού. Τέλος, δεν θα γινόταν να μην αναφερθούμε στο «Πάρε την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα», το ντοκιμαντέρ για τη ζωή στη Γάζα από τη σκοπιά της νεαρής φωτορεπόρτερ Fatma Hassouna, η οποία σκοτώθηκε σε ισραηλινή επίθεση στις 16 Απριλίου 2025, μαζί με μέλη της οικογένειάς της, μόλις μια μέρα μετά την επίσημη επιλογή της ταινίας στο φεστιβάλ Καννών. Ο τίτλος του ντοκιμαντέρ είναι η φράση που έλεγε στον εαυτό της για να βρει κουράγιο να βγει από το σπίτι της, και το έργο αφορά την καθημερινή αποτύπωση της κόλασης που βίωνε στο ανοιχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο οποίο έχει μετατραπεί η Γάζα.Οι παραπάνω είναι προφανώς μερικές από τις ταινίες και τα ντοκιμαντέρ που επιλέξαμε να αναφέρουμε, κατά τ ’άλλα καθεμιά από τις δουλειές που θα προβληθούν κουβαλάει τη δική της ιστορία και τον δικό της πόνο και αξίζει την παρουσία μας. Δεν είναι ένα Φεστιβάλ ψυχαγωγίας αλλά ένα φεστιβάλ αλληλεγγύης, εκπαίδευσης και ενημέρωσης. Μια υπενθύμιση ότι η σωστή ατομική και συλλογική στάση είναι πάντα στο πλευρό των λαών, στο πλευρό των αδύναμων, στο πλευρό των ανθρώπων που βιώνουν καθεστώς αποικιοκρατίας και έχουν κάθε δικαίωμα αντίστασης σε αυτήν την καταπάτηση. From the River to the Sea Palestine will be Free!!!!

  • Άλλη μια κριτική για το “Harvest”

    Άλλη μια κριτική για το “Harvest”

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Με αφορμή την άφιξη στις ελληνικές αίθουσες της πολυαναμενόμενης ταινίας “Harvest” της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη, είπαμε να πούμε δυο λόγια για αυτήν, ελπίζοντας να πάτε να την δείτε, καθώς τέτοιες ταινίες είναι δύσπεπτες, συγκλονιστικές και αξίζουν στην μεγάλη οθόνη. Πρόκειται για  την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Jim Crace, το οποίο εκδόθηκε το 2013 και απέσπασε σημαντικές διακρίσεις. Η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται σε ένα δυστοπικό -ίσως όχι και τόσο- αγροτικό οικισμό παρουσιάζοντας την καθημερινότητα της κοινότητας σε αυτόν. Ο κεντρικός θεματικός άξονας του έργου είναι η μετατροπή της γης σε ιδιωτική περιουσία. Στην ουσία το βιβλίο μιλάει περισσότερο για τις μεταρρυθμίσεις των enclosures στην Αγγλία οι οποίες έλαβαν χώρα σταδιακά (16ος-19ος αιώνας), δηλαδή την διαδικασία περίφραξης και ιδιωτικοποίησης των κοινόχρηστων γαιών που ανήκαν στους αγρότες και ύστερα με βία και ξεριζωμό αγοράστηκαν από αστούς ιδιώτες οι οποίοι επέβαλαν μια νέα τάξη πραγμάτων για την οικονομία και  τη διαδικασία παραγωγής. Και όσο δύσκολο κι αν ακούγεται το να αποτυπώσει κανείς σε ταινία το ζήτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, η Αθηνά-Ραχήλ Τσαγκάρη το κατάφερε περίφημα.

    Με τον καθηλωτικό Caleb Landry Jones στον πρωταγωνιστικό ρόλο, τον Sean Price Williams στη διεύθυνση φωτογραφίας και φυσικά το τοπίο των Western Highlands, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα της ταινίας, η κα Τσαγκάρη και η ομάδα της ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μας την οπτική τους γωνία για τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε το σύστημα στο οποίο καλούμαστε να επιβιώσουμε σήμερα. Χωρίς υπερβολές και κινήσεις εντυπωσιασμού, αλλά με απλότητα και αμεσότητα  παρακολουθούμε ένα folk κοινωνικοπολιτικό δράμα για μια κοινότητα που ζούσε με συλλογικότητα και αλληλεγγύη, έχοντας πλήρη αλλά και κοινόχρηστα δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης στα μέσα παραγωγής που διαχειρίζεται, μέχρι που ξένοι παράγοντες, εύποροι από την πόλη, αποφασίζουν να «επενδύσουν» στην περιοχή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η αίσθηση ανισότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτη, όλοι χρησιμοποιούν τους ίδιους πόρους και ζουν από όσα προσφέρει η γη και η φύση χωρίς παράγοντες διαμεσολάβησης. Όλα αλλάζουν όταν κάποιος από το «κέντρο» της πόλης,  εκτός κοινότητας, διορίζεται να χαρτογραφήσει την περιοχή, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μεγάλη αλλαγή, το μοίρασμα της γης σε ιδιώτες, την μετατροπή της σε κεφάλαιο.

    Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο δείχνει αυτή τη μετατροπή, την στιγμή που όλα αλλάζουν,  γιατί αλλάζει το σύστημα. Οι χωρικοί δεν είναι πλέον αυτάρκεις αλλά αναγκάζονται να γίνουν μισθωτοί, ανήμποροι να προβάλλουν αντίρρηση όταν συνειδητοποιούν ότι οποιαδήποτε στάση αντίδρασης θα τους στερήσει αυτόματα την επιβίωσή τους. Δεν θα εργάζονται πλέον για τις ανάγκες των ίδιων αλλά για τις ανάγκες των ιδιωτών και η γη από την οποία ζούσαν καλλιεργώντας την είναι πλέον ιδιωτική περιουσία και δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε αυτήν. Ο τρόπος που η σκηνοθέτης αποτυπώνει τη μεταφορά  της εργασίας από συλλογική παραγωγή σε εμπόρευμα είναι ιδιαίτερα καινοτόμος και τολμηρός, όπως και η ανάδειξη της εμπορευματοποίησης της ίδιας της γης, του γυναικείου σώματος, ακόμα και της παιδικής αθωότητας. Ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίδειξη και επιβολή εξουσίας είναι πλέον χρήσιμο, καθώς το νέο σύστημα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό, η επιβολή εξουσίας του «ισχυρού» προς τον «ανίσχυρο» είναι αναπόσπαστο κομμάτι του. Οι ξένοι χωρικοί που ενδεχομένως αναζητούν μια καλύτερη τύχη αντιμετωπίζονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, ως εισβολείς και υπεύθυνοι για τα προβλήματα της κοινότητας, ενώ οι πραγματικοί ιθύνοντες δεν είναι οι ξένοι αλλά οι πρώιμοι καπιταλιστές, οι επενδυτές και όσοι τους ακολουθούν, εκείνοι που στην ουσία μοίρασαν τη γη σε ατομικές ιδιοκτησίες. Εντυπωσιακό είναι επίσης το γεγονός ότι μετά την αγορά της έως τότε κοινόχρηστης γης, ο εγωισμός και ο ατομικισμός γίνονται «αυτομάτως» το κυρίαρχο δόγμα, στόχος πλέον δεν είναι το πως θα προαχθεί και θα εξελιχθεί το σύνολο της κοινότητας, αλλά  το πώς τα άτομα ξεχωριστά θα εργαστούν για να επιβιώσουν και να ανελιχθούν ατομικά στη νέα τάξη πραγμάτων. Η ομαδικότητα αντικαθίσταται με καχυποψία και τάση προς τη μοναχικότητα. Τέλος, ένας έξυπνος παραλληλισμός με τη σύγχρονη εποχή είναι το γεγονός ότι όσα παρουσιάστηκαν στους χωρικούς ως «εξέλιξη», «πρόοδος» και «ανάπτυξη» είναι εν τέλει αυτά που τους ανάγκασαν σε εκτοπισμό, αυτά που έκαναν τις συνθήκες στον τόπο τους μη βιώσιμες και τους ανάγκασαν σε φυγή.

    Μια ταινία για τις επιβεβλημένες συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος, για μια ιστορική εποχή που σπάνια βλέπουμε αποτυπωμένη στη μεγάλη οθόνη και βεβαίως είναι πάρα πολύ σημαντικό να βλέπουμε δουλειές γυναικών σκηνοθετριών να αναδεικνύονται ισάξια και να λαμβάνουν την αναγνώριση που τους αρμόζει. Η ταινία βρίθει ποιητικών στοιχείων και ταξιδεύει τον θεατή σε μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν που όμως είναι μια προσομοίωση των όσων ζει σήμερα … ευφυέστατο! 

  • Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Breaking Bad, Trainspotting ή Requiem for a Dream

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Πολλές συζητήσεις για τις συγκεκριμένες ταινίες και για το πως εν τέλει αποτυπώνεται το ζήτημα των εξαρτήσεων στη μεγάλη οθόνη. Έχουν ο ταινίες εκπαιδευτικό χαρακτήρα ή απλά έχουν ως σκοπό την αποτύπωση μιας εκάστοτε ρεαλιστικής (ή μη) κατάστασης; Ας μιλήσουμε όμως για αυτές λίγο πιο αναλυτικά.

    Στο “Requiem for a Dream” (2000) του Darren Aronofsky παρατηρούμε εν τάχει την παράλληλη καθημερινότητα τριών βασικών χαρακτήρων της Μάριον (Jennifer Connelly), του Χάρυ (Jarred Leto) και της μητέρας του (Ellen Burstyn), με κεντρικό άξονα το ζήτημα των εξαρτήσεων γενικότερα και όχι καθαρά των κλασσικών ναρκωτικών ουσιών. Η μητέρα του Χάρυ, ζώντας μόνη σε ένα διαμέρισμα μιας υποβαθμισμένης περιοχής μεταθέτει την κάθε ελπίδα της για χαρά ή πληρότητα από την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία του γιού της στο να εμφανιστεί στο αγαπημένο της τηλεπαιχνίδι. Προκειμένου να το πετύχει καταλήγει σε αμφίβολης ποιότητας χάπια αδυνατίσματος τα οποία καταναλώνει εμμονικά σε υπερβολικές δόσεις καταλήγοντας σε οπτικοακουστικές παραισθήσεις, πολλαπλές κρίσεις και  ψυχωτικά επεισόδια. Η Μάριον από την άλλη, ο χαρακτήρας που για ορισμένους λόγους σοκάρει τους  περισσότερους θεατές της ταινίας που έχω γνωρίσει, έχει όνειρο να χαράξει τη δική της πορεία στη μόδα ανοίγοντας το δικό της μαγαζί με ρούχα και να ζήσει με τον Χάρυ, ο οποίος τρελά ερωτευμένος μαζί της ονειρεύεται να ζήσουν μαζί κάπου μακριά από την υποβάθμιση της περιοχής τους και τις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει. Ο Χάρυ, στην προσπάθειά του να φύγει με την Μάριον, χρησιμοποιεί το εμπόριο ηρωίνης ως τρόπο να αποκτήσει γρήγορα χρήματα, κάνοντας παράλληλα χρήση μαζί με την κοπέλα του. Οι δύο τους καταλήγουν σε ακραίες και βίαιες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές προκειμένου να αποκτήσουν άλλη μια δόση, και το όνειρο του καθενός από τους ήρωες σβήνει απότομα… Η ταινία με την υπέροχη μουσική επιμέλεια και το καινοτόμο μοντάζ έκανε μεγάλο ντόρο όταν προβλήθηκε και οδήγησε πολλούς επισκέπτες της αίθουσας στο να βγαίνουν με ανακατεμένο στομάχι και βουρκωμένα μάτια. Παρόλα αυτά, η άποψή μας  είναι ότι η ταινία  εστίασε υπερβολικά σε αυτό, στο να προκαλέσει στον θεατή εκτεταμένο σοκ, μεταχειρίζοντας τους χαρακτήρες της ακραία τιμωρητικά έως και μη ρεαλιστικά, μη δίνοντας βάση στα στάδια της εξάρτησης και απλά αφήνοντας την εγωιστική επίγευση «κοίτα που φτάνει ο άνθρωπος για μια μαλακία, ευτυχώς που εγώ δεν βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση». Και με αυτό ας πάμε στη δεύτερη ταινία μελέτης που ίσως μας δίνει κάτι περισσότερο.

    Το “Breaking Bad” (2008) του Vince Gilligan με πρωταγωνιστή τον  Bryan Cranston για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού θεωρείται η καλύτερη τηλεσειρά  όλων των εποχών, κατέχει τεράστια εισπρακτική επιτυχία και εκατομμύρια fans παγκοσμίως. Η ιστορία του λίγο γλυκούλη και αρκετά βαρετού καθηγητή χημείας στο New Mexico που ξεκινά να παρασκευάζει και να πουλά  κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη μόλις μαθαίνει ότι πάσχει από καρκίνο, στην προσπάθειά του να μην αφήσει την οικογένειά του στον δρόμο απ’ό,τι φαίνεται  συγκλόνισε τον πλανήτη. Τι είναι όμως αυτό που έκανε τον κύριο Γουάιτ τόσο επιτυχημένο; Πέρα από το συγκλονιστικό cast, την χρήση των ευρυγώνιων φακών, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, το όλο νόημα της σειράς έγκειται στην ανεπανάληπτη και ευφυέστατη εξέλιξη χαρακτήρων. Αν και η ταινία βρίθει στοιχείων western και ganster movie, το κεντρικό νόημα είναι ένα, ο τρόπος με τον οποίο τα χρήματα και η  εξουσία που τα συνοδεύει αλλάζουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο και τα άτομα που το περικλείουν. Αν και παίρνουμε τη δικαίωσή μας όταν ο κύριος Γουόλτ παραδέχεται ότι όσα έκανε σε πέντε κύκλους δεν τα έκανε για την οικογένειά του αλλά για τον ίδιο, για να τονώσει την όποια αυτοπεποίθηση του είχε απομείνει ή το white male straight privilege το οποίο δεν εκδήλωσε ποτέ πριν, μένουμε ξανά με ένα παράπονο. Προφανώς βλέπουμε έντονη επικριτικότητα στο σύστημα καρτέλ ναρκωτικών το οποίο στηρίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες και συγκαλύπτεται από μεγάλους ομίλους εταιρειών, όμως που είναι ο κρατικός μηχανισμός που επίσης το στηρίζει και το συντηρεί με την αιτιολογία ότι η Δίωξη Ναρκωτικών κάνει πάντα καλά τη δουλειά της και «προστατεύει» την κοινωνία από την μάστιγα των ναρκωτικών; Πού είναι οι λόγοι που οδηγούν έναν άφραγκο καθηγητή χημείας να πουλήσει μεθ πέρα από την προσωπική του έπαρση; Πού είναι οι λόγοι που δεν του επιτρέπουν να έχει χρήματα για χημειοθεραπείες ή για τα πανεπιστημιακά δίδακτρα του παιδιού του; Εμείς δεν γνωρίζουμε, απλώς υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι ο Walter White η βάση του προβλήματος…

    Τελευταίο αφήσαμε το “Trainspotting” του Danny Boyle τον λόγο για τον οποίο επιλέξαμε να γράψουμε για αυτό το θέμα, καθώς σε λίγες μέρες είναι η επέτειος της πρώτης προβολής του στις ελληνικές αίθουσες, τον Οκτώβριο του 1996, η οποία προβολή, για όσους δεν γνωρίζουν, ήταν κάπως  επεισοδιακή. Η ταινία σπάει ταμεία σε αίθουσες της Αμερικής και της Ευρώπης, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις συντηρητικών με την κατηγορία ότι «προκαλεί τους νέους να σπεύσουν στη χρήση ναρκωτικών». Στην Ελλάδα μας λοιπόν η πρώτη άτυπη προβολή έγινε με την παρουσία του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου και έξι αστυνομικών…τόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα αλλά τι να μας κάνει εντύπωση τη στιγμή που 30 χρόνια μετά εκλεγμένος βουλευτής θεωρεί ότι δικαιούται να βεβηλώσει έργα της Εθνικής Πινακοθήκης. Η ανωτερότητα της τέχνης σε σχέση με την ανθρώπινη βλακεία δεν είναι δυστυχώς εύκολο να γίνει κατανοητή… Το 1996 λοιπόν περιμέναμε τον εισαγγελέα να εγκρίνει αν μπορεί ο κόσμος να δει μια ταινία. Ευτυχώς για το Trainspotting όλη αυτή η φασαρία πολλαπλασίασε τον κόσμο που προσήλθε στις αίθουσες  και η ταινία έκανε φυσικά πάταγο και στην Ελλάδα. Γιατί όμως την ξεχωρίζουμε από τις υπόλοιπες; Πέρα από την τολμηρότητα, την νεανικότητα, το ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ soundtrack, το πνεύμα νεανικής ελευθερίας και  περιέργειας που εκπέμπει όχι προς τις ουσίες αλλά προς την ενηλικίωση, μαγνητίζει από την πρώτη στιγμή, από τα πρώτα λόγια: “Choose a life, choose a job, choose a career, choose a family, choose a fucking big television, choose washing machines, cars, compact disc players and electrical tin openers,…choose good health, choose a starter home, choose your  friends, choose your future, choose life!”. Ανάμεσα στις τρεις, την θεωρούμε μακράν την πιο επαναστατική, όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά αποτυπώθηκε  στον φακό η καθαρή χρήση ουσιών χωρίς illustration και φανταχτερό χαρακτήρα, όχι μόνο για  την μουσική και τον Ewan  McGregor, την σκωτσέζικη essence, όχι για το κάφρικο χιούμορ αλλά γιατί πραγματικά ήταν μια εικόνα αντίστασης στο κατεστημένο. Η γενιά από την οποία περιμένουν όλοι τόσα πολλά κι όμως δεν έχει να δώσει τίποτα, θέλει απλά να αναζητήσει την ταυτότητά της, να καλύψει το κενό που της άφησαν άλλοι και τώρα την κατηγορούν που  δεν είναι ικανή να το καλυψει. Δεν πιστεύουμε ότι ηρωοποιεί τα ναρκωτικά αλλά ότι δείχνει πως αφορούν τους πάντες, ακόμα και την παρέα της διπλανής πόρτας, ότι δεν είναι απλά ανία αλλά κοινωνικό φαινόμενο και καταφύγιο για ορισμένους ανθρώπους. Κάτι τελευταίο που οφείλουμε να δώσουμε στο «Trainspotting» είναι το γεγονός ότι, έστω και με αμυδρό τρόπο, θίγει το θέμα της θεραπείας και της επανένταξης όχι μαστιγώνοντας τους χαρακτήρες του αλλά κατανοώντας τους. Η ταινία αυτή έγινε καθρέφτης της νεολαίας όχι σαν ένα πάρτι ηρωίνης αλλά σαν μια ένδειξη οργής και αγανάκτησης για τις επιτηδευμένες προσδοκίες των προηγούμενων γενιών, για κατάλοιπα της βρετανικής κοινωνίας στη μεταθατσερική περίοδο που χτύπησαν βαρυά περιοχές όπως η Σκωτία με εκτεταμμένη ανεργία, εξαθλίωση και περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων. Ήταν η κραυγή μιας «χαμένης γενιάς» η οποία ακόμα δεν ξέρουμε αν έχει βρει τον δρόμο της…

    Συνοψίζοντας, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, η δουλειά του κινηματογράφου είναι η εκπαίδευση μέσω αποτύπωσης και μυθοπλασίας, όχι η διδασκαλία απαραίτητα, όπως ίσως στα ντοκιμαντέρ. Η ταινία ή η σειρά απαιτεί ερμηνεία, συζήτηση και στοχασμό τα οποία ίσως κάποτε αλλάξουν και την κοινωνία…

  • Είναι ο Πολίτης Kane η καλύτερη ταινία στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου?

    Είναι ο Πολίτης Kane η καλύτερη ταινία στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου?

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Η ταινία “Citizen Kane” (1941), με τον χαρισματικό Orson Welles σε σκηνοθεσία και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει πολλές φορές χαρακτηριστεί από τη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, συνήθως μαζί με τις ταινίες “Godfather (1972)”, “2001: a Space Odyssey (1968)”, “Vertigo (1958)” και “In the mood for love (2000)”. Πώς όμως μια ταινία που πραγματοποιήθηκε με τα μέσα του 1941 στην προπολεμική Αμερική και με τον σκηνοθέτη να αναλαμβάνει τόσους σημαντικούς ρόλους – όπως συνηθιζόταν άλλωστε από τους περισσότερους μεγάλους σκηνοθέτες του προηγούμενου αιώνα – κατάφερε να αποτελεί ακόμα και σήμερα σταθμό και δείγμα πρωτοπορίας για τον παγκόσμιο κινηματογράφο ; Οι λόγοι είναι αφηγηματικοί και τεχνικοί.

    Η καινοτομία ξεκινά στην αφήγηση η οποία μπορεί να φαίνεται ευθύγραμμη, καθώς είναι σαφής η εκκίνηση και το τέλος της ταινίας, αλλά παρουσιάζει πολλές διαφοροποιήσεις ως προς αυτό και εν τέλει καταλήγει να μην είναι γραμμική σε καμία περίπτωση. Υπάρχει η εξέλιξη μιας κεντρικής ιδέας που είναι η διαλεύκανση του τι σημαίνει η τελευταία λέξη που ξεστόμισε ο κεντρικός ήρωας πριν τον θάνατό του. Όμως, μέχρι να ολοκληρωθεί η αφήγηση και να φτάσουμε στο τέλος αναδεικνύονται πολλές μορφές κινηματογραφικού χρόνου. Από τον θάνατο του Kane μέχρι την τελική αποκάλυψη εκτυλίσσεται μια μεγάλη αναδρομή στο παρελθόν (flashback) στην προσπάθεια να εξηγηθεί η ζωή του μυστηριώδους ήρωα, οι διάφορες σχέσεις της ζωής του και η ασύλληπτη επαγγελματική και κοινωνική του επιτυχία. Ο θεατής λειτουργεί σαν εξωτερικός παρατηρητής στο γραφείο του, τον επαγγελματικό του χώρο, την παιδική του ηλικία, με το απίστευτα καινοτόμο μέσο της deep focus φωτογραφίας. Δίνεται επίσης μεγάλη έμφαση στη σχέση και τον γάμο του με την δεύτερη σύζυγό του, στην προσπάθεια να τονιστεί η αδυναμία του να δεσμευτεί και να δοθεί ουσιαστικά ακόμα και αν η επικείμενη σχέση τον ενδιαφέρει. Μια σημαντική αναφορά σε σχέση με την αντίληψη του χρόνου από τον θεατή είναι η παρουσία του αφηγητή, η παρουσία του δημοσιογράφου που ερευνά το προφίλ του Kane και βοηθάει αρκετά τον κινηματογραφικό χρόνο, καθώς είναι το μόνο στοιχείο που δίνει στον θεατή την αίσθηση της χρονικής εξέλιξης της ιστορίας, διότι τον κατευθύνει. Άξιο αναφοράς, αν και δεν σχετίζεται με τον κινηματογραφικό χρόνο αλλά τον χώρο, είναι η εξαιρετικά σύγχρονη για την εποχή χρήση του ευρυγώνιου φακού. Εν ολίγοις, ο δημιουργός καταφέρνει να εισάγει απίστευτα πρωτοποριακά  μέσα στο έργο του, στηρίζοντας ολόκληρη σχεδόν την πλοκή στην τεχνική του flashback, απόπειρα τρομερά σπάνια για την εποχή παραγωγής, χρησιμοποιώντας ευρυγώνιους φακούς με σκοπό να τονίσει την ανισορροπία ηρώων και καταστάσεων και με ευρηματικότατες μεθόδους μοντάζ και φωτογραφίας.

    Αφηγηματικά, ο Orson Welles καταφέρνει να λυγίσει το «μεγαλείο» του αμερικάνικου καπιταλισμού καταδεικνύοντας την ευαισθησία και τρωτότητα ενός γοητευτικού μεγιστάνα με ατελείωτη περιουσία, ιδιοκτησία, όμορφες συντρόφους, κοινωνικό και οικονομικό κύρος, επαγγελματική επιτυχία, το απόλυτο πρότυπο του πρώιμου American dream, που όμως στην πραγματικότητα είναι ένας μόνος και βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος , δυσκολευόμενος να βρει την ουσία στην ύπαρξη του και τις σχέσεις που συνάπτει. Τέλος, το ευφυέστερο και σπουδαιότερο ίσως στοιχείο και από τα κύρια που την εδραίωσαν στη θέση που κατέχει είναι η εισαγωγή ψυχαναλυτικών στοιχείων στην αφήγηση. Οι έννοιες του τραύματος και του ασυνειδήτου είναι τα κεντρικότερα στοιχεία της ταινίας εμπεδώνοντας στον θεατή ότι η ψυχή, η παιδικότητα, η ανάγκη για αγάπη που δεν ικανοποιήθηκε ποτέ μπορούν να επηρεάσουν και να καθηλώσουν ακόμα και τον πιο φαινομενικά άτρωτο άνθρωπο, όσο κι αν αποφεύγει να τις επεξεργαστεί, ή αν δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία.

    Ο Orson Welles με εμπειρία στο θέατρο, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο και εξέχουσα συμβολή σε ταινίες όπως «Ο Τρίτος Άνθρωπος (1949)», «Η κυρία από τη Σανγκάη (1947)» και πολλές άλλες κατάφερνε πάντα να μαγνητίζει τα βλέμματα με το ταλέντο του, σκηνοθετικό ή υποκριτικό, και δικαίως η δουλειά του μελετάται ακόμη και σήμερα από επαγγελματίες και σπουδαστές στον χώρο του κινηματογράφου.

  • «Zabriskie Point – μια από τις πιο αδικημένες ταινίες του Michelangelo Antonioni «

    «Zabriskie Point – μια από τις πιο αδικημένες ταινίες του Michelangelo Antonioni «

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Η ταινία Zabriskie Point (1970) του Michelangelo Antonioni με πρωταγωνιστές τους Mark Frechette (Mark) και Daria Halprin (Daria), με το εξαιρετικό soundtrack από τους Pink Floyd, τους Grateful Dead και άλλους εξέχοντες μουσικούς καλλιτέχνες είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και ριζοσπαστικές ταινίες του Antonioni αλλά και της περιόδου 1965-1975. Η ταινία ακολουθεί τον νεαρό Mark, ενεργό μέλος της μαρξιστικής νεολαίας στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες ο οποίος, αδίκως κατηγορούμενος από τις αρχές, κλέβει ένα μικρό αεροσκάφος για να διαφύγει και την Daria , μια Αμερικανίδα που ταξιδεύει οδικώς στην έρημο της Καλιφόρνια για δουλειά. Οι δύο νέοι συναντιούνται στο σημείο του Zabriskie Point της ερήμου και έχουν μια ιδιαίτερη υπαρξιακή και σωματική συναναστροφή. Η ταινία είναι πολλά περισσότερα από αυτό που φαίνεται εκ πρώτης θέασης καιμπορεί να επιφέρει ποικίλλες μεταφράσεις και νοήματα. Το έργο είναι βαθιά συμβολικό, αλληγορικό και με τον τρόπο του φουτουριστικό, ενώ νοηματικά βρίθει ρεαλιστικών στοιχείων. Αποτελεί μια κατακραυγή προς την Αμερικάνική κουλτούρα της εποχής, την αστυνομική βία, την απόγνωση των νέων βλέποντας το κοινωνικό κράτος πρόνοιας να συρρικνώνεται, τις κοινωνικές και ταξικές ανισότητες μεταξύ λευκού και μαύρου πληθυσμού, την νεανική ελπίδα που καταρρίπτεται από τα εξωτερικά γεγονότα. Η συνεύρεση των δυο νεαρών στην έρημο καθρεφτίζει την τάση φυγής των νέων από την αστική βιομηχανική αλλοτρίωση που τους προωθούν ως «εξέλιξη», την ανάγκη τους για παιδικότητα, έκφραση, έρωτα και σεξουαλική ελευθερία, την επιθυμία τους να τα «ανατινάξουν» όλα και να τα χτίσουν από την αρχή. Τα κλασικά υφολογικά στοιχεία του Antonioni είναι παρόντα, όπως η έμφαση στο τοπίο, οι αρκετοί νεκροί χρόνοι, το μεγάλο εύρος στη διάρκεια, η αφαιρετικότητα και η λιτότητα στην αφήγηση και η έμφαση στη γεωμετρικότητα με το φυσικό τοπίο, την έρημο, τους ατελείωτους δρόμους. Η τελευταία σκηνή, όπου όλα τα σύμβολα καταπίεσης, προπαγάνδας και απανθρωποποίησης ανατινάσσονται και διαλύονται είναι πολύ ουσιαστική και μεταμοντέρνα,αναδεικνύοντας με εξτρεμιστικό τρόπο την νεανική οργή, την απογοήτευση και την καταπίεση που δεν γνωρίζει πώς να εκφραστεί, οπότε απλά «σκάει». Είναι πραγματικά κρίμα το γεγονός ότι η ταινία αντιμετώπισε τόση βία και λογοκρισία σε επίπεδο κριτικών και εισπράξεων και οι λόγοι είναι δυστυχώς προφανείς… Ευτυχώς,αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες ταινίες του Michelangelo Antonioni την οποία οι λάτρεις του κινηματογράφου μελετούμε ακόμη και σήμερα! Είναι η κραυγή μιας γενιάς που πέθαινε μέσα στην αλλοτρίωση και τις συνθήκες που ακρωτηρίαζαν τη δημιουργικότητα, την ελευθερία αλλά και την νοημοσύνη της, με βαθύ νόημα και συμβολισμό για τις επόμενες γενιές που βιώνουν την ίδια κατάσταση, χωρίς τρόπο διαφυγής. Ομολογώ ότι με συγκίνησε το βλέμμα της Daria στο τέλος…*η κριτική απευθύνεται σε σύγχρονο κοινό, με σημερινά δεδομένα

  • Γιατί ο κινηματογράφος του Γιώργου Λάνθιμου είναι πιο επίκαιρος από ποτέ?

    Γιατί ο κινηματογράφος του Γιώργου Λάνθιμου είναι πιο επίκαιρος από ποτέ?

    Του Λόγου…Συνθέσεις

    Με αφορμή την πρόκριση της νέας ταινίας του Γίωργου Λάνθιμου με τίτλο “Bugonia” στο διαγωνιστικό μέρος του Φεστιβάλ Βενετίας για το 2025, ακολουθώντας τα θριαμβευτικά, όπως αποδείχθηκαν, βήματα του “Poor Things” το 2023, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι το λανθιμικό σινεμά ήρθε για να κάνει για άλλη μια φορά αισθητή την παρουσία του και είναι πιο σύγχρονο από ποτέ.

    Ο Γιώργος Λάνθιμος ξεκινώντας με την «Κινέττα» του το 2005, προκαλώντας το πρώτο σοκ με τον «Κυνόδοντα» το 2009, ανοίγοντας τα καλλιτεχνικά του φτερά με τον «Αστακό» και πολλές άλλες δημιουργίες και παγιώνοντας πλήρως το καλλιτεχνικό του μεγαλείο με το “Poor Things” καταφέρνει να διαγράψει τα όρια μεταξύ αλληγορίας και ρεαλισμού. Οι ταινίες του είναι η απόδειξη ότι ένα σενάριο που μοιάζει δυστοπικό, απόκοσμο, αλλόκοτο και φουτουριστικό μπορεί να είναι απείρως κοντά στην πραγματικότητα βιώνουμε. Ο Λάνθιμος, με ξεκάθαρες επιρροές από τον μινιμαλιστικό, αφαιρετικό κινηματογράφο του Michelangelo Antonioni, του Robert Bresson, ακόμα και στοιχεία από τον πολιτικοκοινωνικό κινηματογράφο του Godard και μοντερνιστικά Μπρεχτικά στοιχεία που αποδομούν την κλασσική αφηγηματική λογική, καταφέρνει να μας να μας κάνει να νιώσουμε άβολα, αμήχανα, μόνοι και εκτεθειμένοι μα και σαφώς ταυτισμένοι με τους weird but real κόσμους του. Λάτρης των σκηνοθετών του Dogma 95 Lars von Trier και Thomas Vinterberg αλλά φυσικά και του Michael Haneke καταφέρνει να μας σοκάρει αλλά και να μας μαγνητίσει με έμμεση ή άμεση βία που όμως κατά κάποιον τρόπο είναι πάντα παρούσα στη ζωή μας. Η συναισθηματική απονέκρωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από τις μηχανικές και κοφτές κινήσεις στην υποκριτική των ηθοποιών του, η προφανώς άνιση σχέση εξουσίας μεταξύ των φύλων, οι κοινωνικές προσδοκίες για τις ερωτικές σχέσεις, η επιστροφή του ατόμου στα ζωώδη ένστικτά του, οι έννοιες της θυσίας και της ανούσιας θρησκευτικής ενοχής, η ματαιότητα της ύπαρξης, η εξάρτηση του σύγχρονου ατόμου από το χρήμα, την εργασία, τον καταναλωτισμό, η καταπίεση που οδηγεί σε βία, όλα δωσμένα μέσα από τον φακό του Γιώργου Λάνθιμου, πάντα σαν ένα
    παράξενο παραμύθι για ενήλικες με μια δόση σάτιρας και κριτικής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε μια εποχή κοινωνικών ανισοτήτων που όλο διογκώνονται, απουσία συναισθηματικής νοημοσύνης, έξαρση κοινωνικής αποξένωσης, βίας και αναζήτησης μιας διαφυγής που δεν είναι εφικτή, ο λανθιμικός κινηματογράφος είναι εδώ για να μας ξεμπροστιάσει σαν κοινωνία και, ίσως κάποτε, να αηδιάσουμε πραγματικά και να πάρουμε θέση.

    Η “Bugonia” αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αίθουσες τον Νοέμβριο, αποτελεί ένα remake του κορεάτικης παραγωγής sci-fi “Save the Green Planet” (2003), και αφορά δύο «αλλόκοτους» λανθιμικούς χαρακτήρες που απαγάγουν την CEO μιας μεγάλης
    πολυεθνικής εταιρείας θεωρώντας την υπεύθυνη για όλα τα δεινά του πλανήτη. Αναμένουμε να δούμε ξανά τις αίθουσες γεμάτες και το όνομα ενός σύγχρονου ανεπανάληπτου Έλληνα σκηνοθέτη να ακούγεται και να θριαμβεύει στα διεθνή φεστιβάλ,
    ακόμα κι αν η επίτιμη Υπουργός Πολιτισμού μας δεν πάει να δει την ταινία, καθώς θεωρεί το περιεχόμενό της απρεπές για γυρίσματα στην Ακρόπολη, την ίδια στιγμή που τα μνημεία βεβηλώνονται από χιλιάδες τουρίστες καθημερινά. Με ή χωρίς Ακρόπολη, Ο Γιώργος Λάνθιμος πάει Βενετία και ελπίζουμε και Όσκαρ!