Ξυπνάς. Κάνεις ένα γρήγορο τσιγάρο με τον απαίσιο φραπέ σου, με τον οποίο αντικατέστησες τον φρέντο σου, γιατί πλέον σου πέφτει ακριβός. Πριν προλάβεις να σκεφτείς το οτιδήποτε άλλο, δουλειές και υποχρεώσεις έχουν κατακλύσει τους διαδρόμους του μυαλού σου, και πνιγμένος μέσα σε μια κουταλιά νερό σκέφτεσαι: «Μα γιατί φόρτωσα και φέτος τόσο πολύ το πρόγραμμά μου;»
Βέβαια, το καλοκαίρι που κάπως ηρέμησες από τις υποχρεώσεις σου, υπέφερες κανονικά και με τον νόμο. Ένιωθες παράσιτο που δεν έκανες κάτι παραγωγικό, που δεν δούλευες, που δεν περνούσες ώρες ολόκληρες μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, που μοιάζουν με την κόλαση προσωποποιημένη.
Και κάπου εδώ αρχίζει ο πανικός. Δεν μ’ αρέσει η καθημερινότητά μου, δεν μ’ αρέσει που δεν έχω χρόνο για τον εαυτό μου, δεν μ’ αρέσει που λέω «ναι» στα πάντα, κι ας μη θέλω να το κάνω. Σιχαίνομαι τη ρουτίνα, σιχαίνομαι τους ανθρώπους με τους οποίους αναγκάζομαι να συναναστρέφομαι και, πάνω απ’ όλα, σιχαίνομαι την ασχήμια της πόλης μου που αγαπώ τόσο πολύ. Ταυτόχρονα, όμως, ασφυκτιώ όταν δεν έχω κάτι να κάνω. Μα τι αδιέξοδο είναι αυτό! Γιατί αισθάνομαι έτσι;
Όταν οι σκέψεις αυτές καταφέρνουν να κατευναστούν, ξεχωρίζεις μια φωνή μέσα στο κεφάλι σου που πρώτη φορά ακούς: «Πρέπει να αποδείξεις την αξία σου στους άλλους. Δεν είσαι αρκετός αν δεν είσαι καλός στα πάντα.» Και έτσι, ξαφνικά, όλα βγάζουν νόημα. Ο λόγος που βλέπεις τους γύρω σου να τρέχουν κι αυτοί όλη μέρα, αλλά να το ευχαριστιούνται —σε αντίθεση με εσένα που νιώθεις να αργοπεθαίνεις— είναι γιατί εκείνοι όλα αυτά τα κάνουν για τον εαυτό τους. Εσύ, απ’ την άλλη, προσπαθείς να αποδείξεις σε όλους τους άλλους, ΟΧΙ ΣΕ ΕΣΕΝΑ, στους ΑΛΛΟΥΣ, ότι είσαι καλός, έξυπνος και εργατικός άνθρωπος. Με αποτέλεσμα να ρίχνεις τη ζωή σου και τον εαυτό σου σε έναν λάκκο που έσκαψες με τα ίδια σου τα χέρια.
Αυτή η κακούργα, πονηρή και δολιοφθόρα φωνούλα δεν υπάρχει μόνο στο δικό σου μυαλό. Υπάρχει και στο δικό μου και σίγουρα σε πολλών ανθρώπων γύρω σου. Όλα είναι μια απόφαση — μια στιγμή που αρπάζεις τη ζωή σου από τα μαλλιά, την κοιτάς κατάματα και της λες ότι θέλεις να αλλάξει. Ότι από εδώ και πέρα ζεις για εσένα και όχι για την επιβεβαίωση του κύκλου σου. Ότι έχεις δικαίωμα να ξαπλώσεις στο κρεβάτι σου για μία μέρα και να μην αισθάνεσαι τύψεις που δεν έκανες κάτι. Να σταματήσεις να είσαι εργασιομανής και να έρθεις αντιμέτωπος με τις ανησυχίες σου και τα προβλήματά σου, που τα έβαζες σε ένα κουτάκι βαθιά, στο πίσω μέρος του εγκεφάλου σου, και αρνιόσουν να τα αποδεχτείς και να τα αντιμετωπίσεις, με δικαιολογία ότι δεν έχεις χρόνο γι’ αυτά.
Η ανάγκη για επιβεβαίωση είναι βαθιά ριζωμένη σε όλους μας. Την χρειαζόμαστε και την αποζητάμε σε όλες τις ηλικίες. Όταν όμως φτάνει στο σημείο να γίνεται παθολογική ανάγκη και να αποτελεί την κινητήρια δύναμη για όλες μας τις πράξεις, καταλήγει καταστροφική. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή από τους γύρω μας και από τον εαυτό μας είναι απολύτως σημαντική για τη διατήρηση της ψυχολογικής μας υγείας και της υπόστασής μας ως ενεργά μέλη της κοινότητας.
Όσο πιο πολύ μισείς την καθημερινότητά σου, τόσο περισσότερο μισείς τον εαυτό σου. Εννοείται πως πρέπει να είμαστε παραγωγικοί και να προσφέρουμε έργο στην κοινωνία, αλλά οι λόγοι που το κάνουμε πρέπει να είναι οι σωστοί, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις προκλήσεις που θα μας έρθουν. Αλλιώς καταρρέουμε — κι εμείς και τα όνειρά μας.

