The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Αθάνατοι μετά θάνατον

Του Λόγου…Συνθέσεις

Χθες έτυχε να ξαναδιαβάσω την «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» του Καρυωτάκη, ένα έργο αφιερωμένο στους καλλιτέχνες που, παρά το χάρισμα τους, δεν αναγνωρίστηκαν όσο ζούσαν. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ίδιος ο Καρυωτάκης, το έργο του οποίου δεν βρήκε σημαντική ανταπόκριση από το κοινό της εποχής μέχρι τον θάνατο του, που σηματοδότησε την απαρχή της φήμης του. Και κάπου εδώ θέλω να αναφερθώ στο πρωτοφανές, πως ένας πραγματικά μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών αποκτούν φήμη μόνο μετά τον θάνατο τους. Πολλοί το αιτιολογούν με την αλλαγή των εποχών και των αντιλήψεων, ή με τ’ ότι ο θάνατος αποτελεί μια ολοκλήρωση του έργου τους, διευκολύνοντας το κοινό να το επεξεργαστεί πιο καθολικά. Εάν ρωτάτε εμένα, βέβαια, δεν πιστεύω πως σχετίζεται με τόσο πρακτικούς παράγοντες, αλλά με μια αναμφίβολη εμμονή του ανθρώπου με τον θάνατο, ή, μάλλον, με την αθανασία. Οι ιστορίες καλλιτεχνών όπως ο Van Gogh, η Emily Dickinson, ακόμα και ο Vivaldi, όλοι καλλιτέχνες που δεν δοξάστηκαν όσο ζούσαν, παραπέμπουν σε μια γενικότερη πεποίθηση πως ο θάνατος είναι αυτό που νοηματοδοτεί την ζωή, ότι η ζωή δεν εστί χωρίς αυτόν. 

Παράδειγμα αυτού αποτελούν και οι περισσότερες θρησκείες, οι οποίες αναφέρονται στην μεταθανάτια ζωή ως την ολοκλήρωση του ανθρώπινου βίου. Οι αρχαίοι Έλληνες με τον Άδη, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ με τον Παράδεισο και οι ινδικές θρησκείες με την μετενσάρκωση, επιχειρούν να εξασφαλίσουν την συνέχιση της ύπαρξης, να ξεπεράσουν τον θάνατο και να περάσουν σε ένα στάδιο αιώνιας αθανασίας. Έτσι και τα έργα των καλλιτεχνών αποκτούν πραγματική αξία μετά τον θάνατο τους, ίσως γιατί η ιστορία τους γίνεται απευθείας πιο τραγική, ή ίσως επειδή οι άνθρωποι σέβονται τους νεκρούς περισσότερο από τους ζωντανούς και η υστεροφημία είναι πιο σημαντική από την φήμη. Στην αρχαία Ελλάδα η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να αποδοθεί σε κάποιον ήταν η υστεροφημία, η συνέχιση της μνήμης του μέσα στους αιώνες. Τα κατορθώματα στρατιωτικών, πολιτικών και καλλιτεχνών ηχούσαν σθεναρά στο πέρασμα του χρόνου, με την διασφάλιση της φήμης αυτής να αποτελεί τον απώτερο σκοπό της ζωής τους. Οι νεκροί τους θάβονταν με χρυσαφικά και προσωπικά αντικείμενα για την ομαλή μετάβαση τους στην επόμενη ζωή, αλλά και για να τιμηθεί ο επίγειος βίος τους.

Όσο γράφω αυτό το κείμενο μου έρχεται στο μυαλό ο πίνακας του Banksy που καταστράφηκε εσκεμμένα από τον καλλιτέχνη την ώρα μιας δημοπρασίας. Ο Banksy προσπάθησε να αποδείξει την γελοιότητα των δημοπρασιών τέχνης σκίζοντας το έργο του, του οποίου η τιμή εκτοξεύθηκε μετά απ´την καταστροφή του. Αν και το συγκεκριμένο παράδειγμα παραπέμπει και στην υποκρισία του καλλιτεχνικού κοινού, σίγουρα αποδεικνύει πως κάτι αποκτά περισσότερη αξία μετά την διάλυση του.

Και για να επιστρέψω στον Καρυωτάκη, ο ίδιος, λίγα χρόνια πριν πεθάνει από αυτοκτονία, είχε γράψει ένα ποίημα ονόματι «Υστεροφημία» όπου ανέφερε ότι «τον θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου». Η σκέψη της μεταθανάτιας ύπαρξης, λοιπόν, πάνω απ´όλα λειτουργεί λυτρωτικά, δίνοντας νόημα στην λαβωματιά της ζωής και την αβεβαιότητα που την στιγματίζει. Οι καλλιτέχνες μέσα από τα έργα τους παραμένουν αθάνατοι και δοξάζονται επ’ άπειρον.