The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

«Το στρέιτ μυαλό» της Monique Witting

Διεθνής Ματιά

“Ειλικρινά, είναι ένα πρόβλημα που οι λεσβίες δεν έχουν λόγω αλλαγής οπτικής γωνίας, και θα ήταν λανθασμένο να πούμε ότι οι λεσβίες συναναστρέφονται, κάνουν έρωτα και ζουν με γυναίκες, διότι η γυναίκα έχει νόημα μόνο σε ετεροφυλόφιλα συστήματα σκέψης και ετεροφυλόφιλα οικονομικά συστήματα. Οι λεσβίες δεν είναι γυναίκες.” αναφέρει η Monique Witting, μια ιδιαίτερα διακεκριμένη φεμινίστρια του 20ου αίωνα, στο “The Straight Mind and Other Essays”. H Witting χαρακτηρίζει τις λεσβίες ως κάτι αποκομμένο από την ετεροφυλόφιλη πατριαρχική κοινωνία, και τον όρο «γυναίκα» ως μια κατάσταση στενά συνδεδεμένη με την ετεροφυλοφιλία και τον ρόλο των γυναικών σε σχέση με το ανδρικό φύλο. Έτσι, μια λεσβία, αποδεσμευμένη από τα πατριαρχικά στερεότυπα, παύει, κατά την συγγραφέα, να θεωρείται γυναίκα. Εάν και καταλαβαίνω και, εν μέρει, συμφωνώ με τα λεγόμενα της Witting, θα ήθελα, και σε αυτό θα επιχειρήσω να είμαι ιδιαίτερα προσεκτική, να προτείνω έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης της ιδέας.

Στον 21ο αιώνα, και για πολλούς αιώνες μέχρι τώρα, ο όρος «γυναίκα» ορίζεται από αδυναμία, υποταγή, και θηλυκότητα. Η Witting αναφέρεται στην δυναμική γυναίκα-άνδρα ως μια δυναμική δούλου και αφέντη, μια διάκριση κοινωνικής τάξης, παρομοιάζοντάς την με αυτή της εργατικής τάξης και των ηγετών. Η Carol Hanisch, μάλιστα, περίπου την ίδια περίοδο, γράφει πως “The personal is political”, ένα σλόγκαν που στην συνέχεια χαράζει το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, δίνοντας έμφαση στις εμπειρίες των γυναικών ως βαθιά προερχόμενες από τις σχέσεις εξουσίας κυρίως στην πολιτική σκηνή. Οι άνδρες μαθαίνουν να ηγούνται και οι γυναίκες να υποτάσσονται, σε ένα σύστημα υποσυνείδητα ενσωματωμένο στο μυαλό και τους ηθικούς και συμπεριφορικούς κανόνες του καθενός. 

Η αλλαγή που θα πρότεινα θα ήταν στον τρόπο έκφρασης της ιδέας πως μια λεσβία δεν είναι γυναίκα, αφού, κατ´εμέ, μια λεσβία είναι περισσότερο γυναίκα από κάθε άλλον. Μια γυναίκα που ζει με γυναίκες, αγαπά γυναίκες, και απομακρύνει τους άνδρες από το επίκεντρο της ύπαρξής της, αποκτά μια ιδιαίτερη σύνδεση με την γυναικεία εμπειρία, και μια πραγματική κατανόηση του τι εστί γυναίκα πέρα απο τα δεσμά της πατριαρχίας. Αντί να αποσυνδεθούμε από τον όρο γυναίκα, προτείνω απλώς να τον αποκόψουμε από τα πατριαρχικά πρότυπα που τον χαρακτηρίζουν. Ο όρος «γυναίκα» θα πρέπει να αναθεωρηθεί, ώστε να χαρακτηρίζει τις γυναίκες ως όντα δυναμικά και ικανά, με ηγετικές και καθοδηγητικές ιδιότητες, με ευφυία και σταθερή ιδιοσυγκρασία, και, σίγουρα, όντα όχι υποχρεωτικά θηλυκά. Σκεφτείτε το ως έναν τρόπο ανάκτησης του όρου, μια ολική αποσυναρμολόγηση του κατεστημένου και των όσων ίσχυαν έως τώρα. Αλλιώς, η αποδοχή της άποψης ότι οι λεσβίες δεν αποτελούν γυναίκες, μοιάζει σαν μια έμμεση συμφωνία στο ότι μια γυναίκα πράγματι δεν μπορεί να υπάρξει σε πλαίσια πέρα απ’την σκιά ενός άνδρα και μιας ετεροφυλόφιλης σχέσης, και πως η οποιαδήποτε που απέχει από αυτό, καθώς και απ´τα χαρακτηριστικά που το συνοδεύουν, δεν είναι γυναίκα. 

Θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα ακόμα κεφάλαιο του κειμένου, όπου η Witting γράφει: «Επιπλέον, οι διαιρέσεις αφαιρούνται και μετατρέπονται σε έννοιες από τους αφέντες, και αργότερα από τους σκλάβους όταν αυτοί επαναστατούν και αρχίζουν να αγωνίζονται. Οι αφέντες εξηγούν και δικαιολογούν τις καθιερωμένες διαιρέσεις ως αποτέλεσμα των φυσικών διαφορών. Επειδή δεν υπάρχει φύλο. Υπάρχει μόνο φύλο που καταπιέζεται και φύλο που καταπιέζει. Η καταπίεση είναι αυτή που δημιουργεί το φύλο και όχι το αντίθετό του.» Ο λόγος που παραθέτω το συγκεκριμένο απόφθεγμα είναι κυρίως η αναφορά στο επιχείρημα της «φυσικής διαφοράς» ως αιτιολόγηση της διαρκούς διάκρισης έναντι των γυναικών. Φράσεις όπως «Στις γυναίκες δεν αρμόζει να εργάζονται, είναι φτιαγμένες απ’ την φύση να μένουν σπίτι και να αναθρέφουν τα παιδιά», «Οι γυναίκες δεν ανήκουν σε θέσεις εξουσίας γιατί είναι συναισθηματικά και ορμονικά ασταθείς», «Μην τον κατηγορείς, οι άνδρες θα είναι πάντα άνδρες», «Οι άνδρες έχουν ανάγκες, δεν πειράζει που την βίασε» είναι μερικά από τα εκατοντάδες παραδείγματα βαθιά κανονικοποιημένου μισογυνισμού, παρουσιασμένου σαν φυσική και αναπόφευκτη διαφορά μεταξύ των φύλων. Οι διαφορές αυτές, βέβαια, προφανώς και δεν είναι ουσιαστικές ούτε εκ φύσεως, αλλά ένας στρατηγικά οργανωμένος τρόπος ελέγχου και υποταγής των γυναικών. 

Η υποταγή αυτή δεν είναι πάντα εξόφθαλμη. Κρύβεται στην εικόνα ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού που κατεβάζει την φούστα του ταπεινωμένο, στην γυναίκα που φοβάται να γυρίσει μόνη της το βράδυ με ένα μόνο ακουστικό και τα κλειδιά στο χέρι, στην ερώτηση «Σκοπεύεις να μείνεις έγκυος;» σε επαγγελματικές συνεντεύξεις, σε μια μάνα που μετανιώνει που παντρεύτηκε μικρή και δεν πήγε να σπουδάσει, στην απροσδιόριστη ντροπή που σχεδόν εκ γενετής ακολουθεί κάθε γυναίκα.

 Η καταπίεση είναι πράγματι αυτό που δημιουργεί το φύλο και όχι το φύλο την καταπίεση, ενώ η υπόσταση μιας γυναίκας δεν θα έπρεπε ουδέποτε να ορίζεται συναρτήσει των σχέσεων της με το ανδρικό φύλο. Και για να επιστρέψω στο θέμα μου, μια γυναίκα που επιλέγει συνειδητά να ζήσει αποκομμένη από την ετεροφυλόφιλη κανονικότητα και από την συσχέτισή της με κάποιον άνδρα, όχι απλώς παραμένει γυναίκα, αλλά ίσως αποτελεί επιτομή της γυναικείας εμπειρίας γενικότερα.