Κάθε καλοκαίρι έχει ημερομηνία λήξης.
Γιατί όμως ο αποχαιρετισμός του να είναι πάντα τόσο δύσκολος;
Από τις πρώτες ζεστές μέρες του Ιούνη, ξέρεις ότι θα έρθει και θα φύγει σαν αστραπή. Το ξέρεις, κι όμως το περιμένεις όλο τον χειμώνα. Κι όταν επιτέλους έρχεται, θέλεις να το ζήσεις στο έπακρο· να χωρέσεις εμπειρίες, να καλύψεις τα «ίσως» των προηγούμενων χρόνων. Του φορτώνεις το άγχος να είναι «ένα γαμάτο, αξέχαστο καλοκαίρι».
Αν το σκεφτείς καλά, από τις πιο μικρές ηλικίες, το καλοκαίρι σημαίνει φυγή από την πόλη: χωριό ή νησί, παραλία όλη μέρα με ένα παγωτό στο χέρι, ψαράκι στις ταβέρνες της περιοχής, σπίτι, μπάνιο, βόλτα, ύπνος και ξανά μανά. Σ’ αυτή τη ρουτίνα όμως κρύβεται και το γλυκόπικρο συναίσθημα: ότι κάθε καλοκαίρι φέρνει και νέα άτομα στη ζωή μας. Καλοκαιρινούς φίλους, καλοκαιρινούς έρωτες, ανθρώπους περαστικούς και μη.
Όσο μεγαλώνουμε, η ρουτίνα αυτή παραμένει η ίδια, μόνο που αλλάζει γραμματοσειρά. Αντί για ύπνο μετά τη βραδινή βόλτα, έχει κλάμπινγκ ή άραγμα μέχρι το ξημέρωμα. Οι εικόνες ίδιες, αλλά πιο έντονες, πιο μεγάλες.
Κι εκεί που στις πρώτες μέρες στο χωριό ή στο νησί σε ρωτούν «πότε ήρθες;», μετά από λίγες μέρες ή εβδομάδες η ερώτηση αλλάζει και γίνεται «πότε θα φύγεις;». Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις πως η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει.
Η βασική μου απορία λοιπόν είναι η εξής: γιατί τόση στεναχώρια μόνο όταν τελειώνει το καλοκαίρι;
Ίσως γιατί είναι η εποχή που μας χαρίζει ελευθερία και ξεγνοιασιά. Είναι η μόνη στιγμή που ο χρόνος μοιάζει να σταματά: διακοπές, παύση υποχρεώσεων, ταξίδια, θάλασσα, βόλτες ως αργά. Και όταν τελειώνει, σε επαναφέρει απότομα στους κανονικούς ρυθμούς, στις ευθύνες και στην «κανονικότητα».
Κι όμως, σκέφτομαι ότι ίσως εκεί κρύβεται η γοητεία του καλοκαιριού: στο ότι ξέρεις από την αρχή πως θα τελειώσει!
Κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε βραδινή βόλτα, κάθε σφηνάκι στο μπαρ, κάθε γέλιο με τους φίλους σου, κάθε βουτιά στη θάλασσα, έχει μέσα του τη σφραγίδα της προσωρινότητας. Και αυτή ακριβώς η προσωρινότητα είναι που κάνει τις στιγμές πιο έντονες, πιο αληθινές.
Μάλλον γι’ αυτό πονάει τόσο πολύ ο αποχαιρετισμός του. Γιατί το καλοκαίρι δεν είναι απλώς μια εποχή. Είναι ένα διάλειμμα από τον εαυτό μας όπως τον ζούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Είναι η παιδικότητα που ξυπνάει, η ανεμελιά που πιστεύουμε ότι χάσαμε, η υπόσχεση πως «φέτος θα ζήσουμε λίγο περισσότερο».
Πιθανώς λοιπόν, το καλοκαίρι να είναι σαν εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται στη ζωή μας για λίγο, αφήνουν το αποτύπωμά τους και μετά φεύγουν. Μας μαθαίνουν ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια, αλλά και στην ένταση.
Και τελικά, ένα κομμάτι της στεναχώριας μας. βρίσκεται και στα «ίσως» που φορτώνουμε στα καλοκαίρια μας.
«Ίσως φέτος να είναι το πιο όμορφο καλοκαίρι.
Ίσως να ζήσουμε τον έρωτα που περιμέναμε.
Ίσως να κάνουμε το ταξίδι που ονειρευόμασταν.
Ίσως να βρούμε ξανά τον εαυτό μας.»
Τα καλοκαίρια μας είναι γεμάτα από «ίσως» και γι’ αυτό, όταν τελειώνουν, αφήνουν πίσω τους μια γλυκιά αίσθηση ανεκπλήρωτου. Ίσως όμως εκεί να βρίσκεται και η μαγεία τους: στο ότι κάθε χρόνο μας δίνουν ξανά την ευκαιρία να ελπίζουμε, δίνοντας πάλι την τελευταία μας αγκαλιά του Αυγούστου…
Η τελευταία αγκαλιά του Αυγούστου!

