Καμιά φορά νιώθω αυτή τη δίψα. Αυτή που τελικά σε ρουφάει αντί να φύγει μετά από ένα κρύο ρόφημα. Αυτή η δίψα
του να κάνεις κάτι όσο καλύτερα μπορείς την δεδομένη στιγμή. Να τα κάνεις όλα «τέλεια», χωρίς πραγματικά να ξέρεις
τί καθιστάται «τέλειο», ούτε για τα δικά σου δεδομένα. Δεν ξέρεις τι θέλεις και τι θεωρείς «τέλειο». Δεν ξέρεις που πας
και που θέλεις να πας. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Θες απλά να περάσει και αυτή η στιγμή και να νιώσεις πως τα έχεις
καταφέρει, πως έχεις επιβιώσει. Πως τα έχεις πάει μια χαρά. Το αναγνωρίζεις αυτό; Όχι. Ρίχνεις απλά τους σπόρους και
περιμένεις τα περιστέρια να έρθουν στο παράθυρό σου.
Κάπου διάβασα ότι η επαφή με τα πουλιά – οποιοδήποτε είδος, περιστέρια και μη- κάνει καλό στην ψυχική υγεία.
Τώρα εξηγούνται πολλά. Τώρα καταλαβαίνω γιατί περιμένω πάντα περιστέρια να έρθουν και να φάνε τους σπόρους
μου. Είναι πιο εύκολο έτσι. Να ψάχνεις κάτι να σου γεμίσει την ψυχούλα εφήμερα αντί να είσαι εσύ και αυτός που
ρίχνει τον σπόρο και το περιστέρι. Άλλωστε δεν σου το έμαθε κανείς πως να το κάνεις. Απλά ίσως δεν σε αγαπάς
αληθινά τελικά και για αυτό αδημονείς τόσο για ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη από κάποιον που θα νιώσει
περήφανος που βρίσκεσαι στην ζωή του. Αλλά για ποιό πράγμα ακριβώς θα νιώσει περήφανος;
Η χειρότερη συνειδητοποίηση τελικά ήταν αυτή. Να ζεις με ένα συνεχόμενο σφίξιμο ότι «πρέπει» να κάνεις και αυτό
και αυτό και αυτό. Και να ζήσεις «όμορφα», να βγάλεις λεφτά στο μέλλον από κάτι που θα σου αρέσει, να προσφέρεις
κάτι ωφέλιμο, να σε αναγνωρίσουν. Δεν είναι λίγο νωρίς όμως να σκέφτομαι τέτοια;
Οι χειρότερες συνειδητοποιήσεις

