Στα σύγχρονα δημοκρατικά καθεστώτα, η πολιτική δεν περιορίζεται σε θεσμικά όρια και παραδοσιακές πρακτικές. Αντίθετα, διαμορφώνεται όλο και περισσότερο μέσα από τον τρόπο λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης, τη δημόσια
εικόνα των πολιτικών και τη λογική του θεάματος. Η ανάδειξη των πολιτικών προσώπων ως «διάσημων» και η σύνδεσή τους με έναν επικοινωνιακό πολιτισμό βασισμένο στον κόσμο των νέων μέσων ενημέρωσης έχουν οδηγήσει στην ανάδυση νέων μορφών ηγεσίας και στη δημιουργία νέων απαιτήσεων από το εκλογικό σώμα. Κάνοντας μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν θα παρακολουθήσουμε την μετάβαση από την παραδοσιακή πολιτική στην πολιτική του θεάματος, μέσα από το εμβληματικό παράδειγμα του Μπαράκ Ομπάμα.
Ο όρος θέαμα αφορά στις κατασκευές των μέσων ενημέρωσης που μέσω της δραματικής τους αναπαράστασης προσελκύουν περισσότερο κοινό και δεν αναφέρονται συνήθως στην καθημερινότητα. Αποτελούν γεγονότα παγκόσμιας εμβέλειας και ενδιαφέροντος όπως είναι οι ολυμπιακοί αγώνες, οι εκλογές, τα βραβεία Όσκαρ. Τα πολιτικά πρόσωπα σήμερα αποτελούν κύριο θέμα προβολής των μέσων μαζικής ενημέρωσης γεγονός το οποίο έχει συμβάλλει στην μεταβολή της πολιτικής σκηνής. Την εξέλιξη του κλάδου της πολιτικής επικοινωνίας ακολούθησε η ανάδυση νέων τεχνικών για την προώθηση των πολιτικών εκστρατειών. Μια από αυτές αποτελούσε η συνεργασία διαφόρων διασημοτήτων και πολιτικών με στόχο την μεγαλύτερη επιτυχία της εκάστοτε εκστρατείας. Οι πολιτικοί της σημερινής εποχής είναι κατά μεγάλο ποσοστό και celebrities διότι προσπαθώντας να παραμείνουν στο φως της δημοσιότητας καταφεύγουν σε τεχνικές χρησιμοποιούμενες από διασημότητες για να προσελκύουν το κοινό. Η εικόνα, η συμπεριφορά, οι εμφανίσεις και οι κινήσεις ενός σύγχρονου πολιτικού είναι προσεκτικά σχεδιασμένες ώστε να προσελκύουν θαυμαστές και χορηγούς, όπως ακριβώς ισχύει και για τους διάσημους. Αυτή η πρακτική οδηγεί στην συγχώνευση των τομέων της πολιτικής και της βιομηχανίας του θεάματος, με αποτέλεσμα ορισμένοι πολιτικοί να αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως δημόσια πρόσωπα, αλλά και ως αστέρες διασημότητας.
Η πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχει πάψει να λειτουργεί με τον παραδοσιακό τρόπο, μέσα από την έκθεση επιχειρημάτων και την παρουσίαση πολιτικών προγραμμάτων. Αντίθετα, έχει αναδιαμορφωθεί σύμφωνα με τη λογική του θεάματος, όπως αυτή καθορίζεται από τα μέσα ενημέρωσης και την δραματοποίηση που τα χαρακτηρίζει. Για να μπορέσει ένας πολιτικός να αναγνωριστεί ως επιτυχημένος πρέπει να καταφέρει να ελίσσεται στον κόσμο του θεάματος. Ο Ομπάμα το πέτυχε αυτό, έγινε «παγκόσμια υπερδιασημότητα» και χρησιμοποίησε
αυτή την πτυχή της ταυτότητάς του καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του.
Το πρόσωπό του αφροαμερικανού πολιτικού αποτέλεσε σύμβολο υγιούς αρρενωπότητας, σταθερότητας και πρωτοπορίας. Αμφισβήτησε το κυρίαρχο ως τότε καθεστώς της αυστηρότητας στην προεδρική πολιτική, προώθησε την φυλετική διαφορετικότητα και το όραμά του είχε ως κεντρικούς άξονες την ελπίδα και την αλλαγή για την Αμερική. Στην προκριματική εκλογική του καμπάνια καθοριστική θέση είχαν οι νέες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης όπως το YouTube, το Twitter,
το Facebook και το Myspace. Η χρήση τους σε πολιτικό πλαίσιο ήταν πρωτοποριακή και λειτούργησε ως τρόπος κινητοποίησης των νέων για την ενασχόλησή τους με την πολιτική. Παράλληλα συνέβαλαν στη δημιουργία πιο άμεσης επικοινωνίας και στην
θεμελίωση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εν δυνάμει πρόεδρο των ΗΠΑ και τους ψηφοφόρους. Στην πολιτική του καμπάνια αξιοποιήθηκαν και δημιουργήματα των υποστηρικτών του όπως το δημοφιλές βίντεο στο YouTube «Obama girl» που είχε
συλλέξει εκατομμύρια προβολές και η αφίσα του προσώπου του απεικονιζόμενη με το σλόγκαν «HOPE». Μέσω της καμπάνιας αναπτύχθηκε μια ισχυρή οπτική και συναισθηματική ταυτότητα για τον Ομπάμα γεγονός το οποίο δεν είχε πραγματοποιηθεί άλλοτε στην πολιτική ιστορία της Αμερικής. Η ανταπόκριση του
κοινού στις κινήσεις αυτές ήταν θετική και τον οδήγησε στην εκλογική νίκη και την προεδρία του δημοκρατικού κόμματος. Την δεύτερη νίκη του για το 2008 στις προεδρικές εκλογές και την ακόλουθη ομιλία του παρακολούθησαν χιλιάδες άνθρωποι σε συγκέντρωση στο Σικάγο και κατ’ επέκταση σε όλον τον κόσμο. Ο
Ομπάμα άλλαξε ριζικά την πολιτική σκηνή και αποτέλεσε πρωτοεμφανιζόμενο παγκόσμιο θέαμα.
Τον Ιανουάριο του 2009 έλαβε χώρα η ορκωμοσία του προέδρου, ένα εξίσου επιμελώς σχεδιασμένο πολιτικό θέαμα, όπως και οι δύο προηγούμενες εκλογικές του εκστρατείες. Το γεγονός αυτό παρακολούθησαν εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων διασημότητες και πρώην πρόεδροι, των οποίων η στάση ήταν χαρούμενη και εορταστική. Μέσω των χαρισματικών ομιλιών του ο Ομπάμα θέλησε να εφιστήσει την προσοχή σε ζητήματα οικολογικά, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Αξιοποίησε την παγκόσμιας διάστασης φήμη του προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του εξακολουθούσαν να υφίστανται οικονομικές και πολιτικές ελίτ που ασκούσαν επιρροή στο πολιτικό σύστημα, παρά τις προσπάθειες του προέδρου να εξαλειφθεί αυτή η πρακτική. Τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, και η οικονομία δεν γνώρισαν την προσδοκώμενη πρόοδο. Αν και η εικόνα του Ομπάμα προανήγγειλε την επιτυχία της διακυβέρνησης του οι αντιστάσεις που συνάντησε σε θεσμικό πλαίσιο τον παρέκκλιναν από την πορεία του. Η υπεροχή του στον τομέα της μιντιακής απεικόνισης ήταν σημαντική και βοηθητική αλλά όχι αρκετή για να αντιμετωπίσει το Κογκρέσο και τη συμφεροντολογική πολιτική εξουσία του αμερικανικού κράτους.
Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2010 ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων μεταβιβάστηκε στους ρεπουμπλικάνους, ο Ομπάμα αντιμετώπισε περαιτέρω δυσκολίες και η χώρα οδηγήθηκε σε έντονο κομματικό διχασμό. Παρά την σύγκρουση αυτή, στις επόμενες εκλογές ο Ομπάμα έθεσε ξανά υποψηφιότητα για την διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας. Χαρακτηρίστηκε από τους οπαδούς του ως «ο Ένας, ο υποψήφιος του χαρίσματος και της νεολαίας που ενέπνευσε μια γενιά να πιστέψει ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ουσιαστική αλλαγή στις Ηνωμένες πολιτείες». Επικεφαλής της αντίπαλης παράταξης ήταν ο Μιτ Ρόμνεϊ ο οποίος παρήγαγε αρνητικό και αποτυχημένο θέαμα, προσπάθησε να συκοφαντήσει τον Ομπάμα, όπως και οι προηγούμενοι αντίπαλοί του, και δεν υιοθέτησε ξεκάθαρες θέσεις στην πολιτική του. Ο Ομπάμα διατηρούσε ελαφρύ προβάδισμα το οποίο ήταν δυνατό να ενισχυθεί από τις επερχόμενες προεδρικές λογομαχίες, γνωστές ως debates,
οι οποίες θεωρούνταν καθοριστικής σημασίας για την έκβαση των εκλογών. Στην πρώτη προεδρική λογομαχία, η εμφάνιση του Ομπάμα δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες που είχαν διαμορφωθεί, γεγονός που ευνόησε την εκστρατεία του Ρόμνεϊ. Ωστόσο, στη συνέχεια ο Ομπάμα κατάφερε να κερδίσει την υποστήριξη περισσότερων πολιτειών από όσες προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις και τελικά επανεξελέγη πρόεδρος.
Σύμφωνα με σχετικές μελέτες διεξήχθη το συμπέρασμα ότι ο Ρόμνεϊ ήταν ένας λιγότερο ισχυρός υποψήφιος σε σύγκριση με τον Ομπάμα, ιδίως εξαιτίας της αδυναμίας ενσωμάτωσης των νέων μέσων ενημέρωσης στην πολιτική του πορεία.. Η δεύτερη νίκη του Ομπάμα αποδόθηκε κυρίως στην σταδιακή ανάκαμψη της
αμερικανικής οικονομίας καθώς και σε επιπλέον παράγοντες όπως το θέαμα, τη σταθερή υποστηρικτική του βάση και την ανεπαρκή πολιτική στάση του αντιπάλου. Παρά την αρχική οπτιμιστική προεδρική του πορεία, το 2013 εκτιμήθηκε ως η χειρότερη χρονιά διοίκησης του προέδρου. Η προσπάθειά του να προωθήσει φιλελεύθερες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις κρίθηκε αποτυχημένη καθιστώντας ορατά τα όρια της πολιτικής των διασημοτήτων που υιοθέτησε. Η έλλειψη πρακτικών δεξιοτήτων και η αδυναμία σύναψης συμμαχιών διαχρονικά στην θητεία του
αποτέλεσαν βασικές αιτίες για την αρνητική κριτική που δέχθηκε καθώς και την πτώση της δημοτικότητάς του.
Συνοψίζοντας, η πολιτική του 21 ου αιώνα λειτουργεί συνδυαστικά με την κουλτούρα του θεάματος και τη διασημότητα. Ο Μπαράκ Ομπάμα αποτελεί προσωποποίηση αυτής της σύνδεσης καθώς ήταν ο πρώτος πολιτικός ηγέτης όπου η επιτυχία του στηρίχθηκε στα νέα μέσα, στην διαμόρφωση της εικόνας, στο πολιτικό και το οπτικό μάρκετινγκ. Η κυβερνητική του πορεία επιβεβαίωσε πως παρά την ενίσχυση που του προσέφερε η κυρίαρχη παρουσία του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν επαρκούσε για να καταρρίψει τα προϋπάρχοντα θεσμικά εμπόδια. Στο σύγχρονο παγκόσμιο πολιτικό πεδίο, η πολιτική της διασημότητας διατηρεί καθοριστική παρουσία και αποτελεί βασικό εργαλείο που συνεχίζει να αξιοποιείται από πολιτικούς ηγέτες.

