The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ήρθε το καλοκαίρι… και τώρα τι;

Εγχωρο…Κάρπια

Και μετά από μία ακόμη χρονιά που όλο πάει και δεν τελειώνει, φτάνει ξανά το καλοκαίρι, ο καιρός ανοίγει και ο κόσμος ξεχύνεται σε πάρκα και καφέ, σε παραλίες και νησιώτικα μπαράκια.

Επιτέλους, έχεις χρόνο να βγεις να διασκεδάσεις ή τέλος πάντων να κάτσεις σπίτι κοιτώντας επίμονα τον τοίχο με έναν λαιμό που διαρκώς πονάει από το κλιματιστικό. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς την γλύκα του καλοκαιριού και του απεριόριστου ελεύθερου χρόνου που ανοίγει τις πόρτες για εμπειρίες που γαληνεύουν και τις πιο ατάραχες ψυχές. Ο ελεύθερος χρόνος, βέβαια, δεν υφίσταται χωρίς παγίδες, με μεγαλύτερη αυτή του χρόνου για σκέψη. Και δεν αναφέρομαι σε σκέψη καθημερινή, αλλά σε έναν βαθύτερο αναστοχασμό του ατομικού σκοπού και του νοήματος ή μη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Τους καλοκαιρινούς μήνες, η ομορφιά του κόσμου συγκινεί, με το φεγγάρι να φέγγει λίγο φωτεινότερα, και τις χαρούμενες φωνές των ανθρώπων στους δρόμους να προκαλούν ανατριχίλα. Και εκεί ακριβώς είναι που ξεκινάς να αναρωτιέσαι για την δική σου θέση μέσα σ’ όλα, και για την μελαγχολία που σε κυνηγά με κάθε πρώτο χτύπο του ξυπνητηριού, στις στιγμές μεταξύ ζωής και ονείρου, όπου η συνείδηση συναντά το ασυνείδητο, και το βάρος της πραγματικότητας στέκεται σαν κόμπος στον λαιμό σου.

Η μελαγχολία του καλοκαιριού δεν ξεπροβάλει απροσδόκητα- κρύβεται σε κάθε κόκκο άμμου που κολλάει στο μαγιό σου και φανερώνει τον εαυτό της σταδιακά και μελετημένα. Ο ενθουσιασμός για την νέα αρχή του Σεπτεμβρίου, δεν αργεί να γίνει ανησυχία για όσα θα ζήσεις και όσα δεν έζησες, για ευκαιρίες που δεν εκμεταλλεύτηκες, και για όλες τις φορές που δεν επέλεξες σωστά. Πού θα βρίσκεσαι το επόμενο καλοκαίρι, ή σε δέκα καλοκαίρια από τώρα, θα βρεις αυτό που αναζητάς ή θα παραμείνεις με χέρια άδεια και ταλαιπωρημένα από μια ζωή που δεν έζησες και μια μετάνοια που συνεχίζει να επισκέπτεται την πόρτα σου;

Το καλοκαίρι δεν είναι παρά μια αποδοχή, αποδοχή της ομορφιάς που δεν μπορείς να εξηγήσεις, και ενός κόσμου που δεν ήτανε ποτέ δικός σου να κρατήσεις. Άλλωστε, η ομορφιά κρατιέται χέρι- χέρι με την νοσταλγία, το δέντρο έξω από το μπαλκόνι σου μοιάζει με κάθε άλλο δέντρο που έχει πλαγιάσει στο παράθυρο σου, και το καλοκαίρι μυρίζει πάντα σαν γιασεμί και τηγανίτες της γιαγιάς. Ίσως, η όλη μελαγχολία να ξεκινά από την συνειδητοποίηση ότι ο χρόνος πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ´όσο περίμενες, πως όσο και να τρέξεις δεν θα τον προλάβεις, και πως, και να τον προλάβεις, η ρόδα κυλά μόνο μπροστά. Και, ίσως, το πέρασμα του χρόνου να μην είναι και τόσο τρομακτικό, αφού πάντα θα ξανάρχεται το καλοκαίρι, τα πλακάκια θα καίνε κάτω από τα πόδια σου, και το ζεστό αεράκι του Αυγούστου θα εξακολουθεί να σε χτυπά.

Δεν είναι εύκολη η αποδοχή της παροδικότητας, ούτε του υπαρξιακού απροσδιόριστου. Η αλήθεια, ενδεχομένως, δεν κρύβεται στο ίδιο το νόημα, αλλά στην αμείωτη προσπάθεια σου να το βρεις. Δεν είναι καταχωνιασμένη στα απέραντα του ουρανού η βαθιά μέσα στο χώμα. Στέκεται τρεμάμενη μπροστά σου, σαν παιδάκι στοιχισμένο για την προσευχή. Αρκεί για λίγο να προσέξεις την γυναίκα απέναντι στο τρένο, τον μανάβη που τοποθετεί τα φρούτα σου στην ζυγαριά, και το μήλο που γλιστρά και κυλάει μέχρι τα πόδια σου.