Κάθομαι στην στάση, εννιά το πρωί, με τον καφέ να μου καίει τα χέρια και τα μάτια μου να στάζουν απ´τον ξερό αέρα. Από δίπλα μου κάθεται μια μητέρα που τρίβει τα μουτζουρωμένα χεράκια του γιου της με οινόπνευμα και ένα βρόμικο πανάκι. Η πόλη εχει αδειάσει για το καλοκαίρι, οι μόνοι που απέμειναν ειναι η οικογένεια του απέναντι σπιτιού και η καλόγρια στην γωνιακή πολυκατοικία. Τις νύχτες οι δρόμοι είναι τόσο ήσυχοι που ακούς τις σκέψεις σου να ζωντανεύουν, μια στιγμιαία ανακούφιση από την μοναξιά που διαπερνά το σώμα σου. Στην αντίθετη στάση στέκεται ενας κύριος με τα μαλλιά του κολλημένα στο μέτωπο και τα νύχια κομμένα μέχρι το δέρμα. Μου φαίνεται νευρικός, με τα τρεμάμενά του πόδια και τις παλάμες που τρίβει μανιωδώς. Η πόλη αυτή δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Μετά τον περσινό χειμώνα την σκέπασε μαύρο πέπλο που σου κόβει το οξυγόνο. Θέλω να του φωνάξω να τρέξει να σωθεί πριν γίνει σαν εμάς. Εμείς δεν είμαστε πια άνθρωποι. Περπατάμε στα πεζοδρόμια με βλέμματα παραίτησης και το κεφάλι σκυμμένο απτην ντροπή, ζωντανά πτώματα. Η πόλη αυτή δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Ο ήλιος έχει αρχίσει να με πνιγεί. Ανασαίνω βαριά, μετράω την κάθε μου ανάσα. Υπάρχω άραγε ακόμα; Περπατάω προς τις ράγες και τις παρατηρώ. Είναι σκουριασμένες. Ξαπλώνω πάνω τους και νιώθω το μέταλλο να μου καίει το δέρμα. Η ζεστασιά του με παρηγορεί, με αγκαλιάζει. Κοιτάω πάνω και παρατηρώ τα σύννεφα. Μου θυμίζουν την μητέρα μου. Υπάρχω άραγε ακόμα; Ο ήχος του τρένου δυναμώνει. Το σφύριγμα του είναι σχεδόν μεθυστικό. Το σώμα μου μουδιάζει απ’την ανυπομονησία. Το περιμένω να φτάσει και χαμογελώ . Υπάρχω ακόμα

