The Under Line

Ο Κόσμος Με Μία Άλλη Ματιά

Ίλιγγος

Προσωπικά…

Περπατάς σιωπηλά με τα χέρια στις τσέπες και ενα μπουφάν που σε βαραίνει.  Κοιτάς το πλακόστρωτο δρομάκι και περνάς τα πλακάκια δυο-δυο. Πλησιάζουμε έναν γέρο που παίζει σιγανά την κιθάρα του και βγάζεις το δεξί ακουστικό σου. Δεν γυρνάς να τον κοιτάξεις, αλλά ακούς. Καθόμαστε στο παγκάκι απέναντι απτο περίπτερο με τις πολύχρωμες τέντες. Τα ξύλα του είναι διαλυμένα και η μπογιά έχει αρχίσει να ξεβάφει απ’τους περαστικούς που ξεκουράζουν τα πόδια τους. Μια γάτα μας πλησιάζει, τυλίγει την ουρά της στα γόνατα σου και σκαρφαλώνει δίπλα μας. Ακουμπάει το κεφάλι της στην πλευρά που αγγίζει ο ήλιος και μας κοιτά επίμονα. Δεν λες κάτι. Η ανθρώπινη συνειδητότητα εινα εξαθλιωτική. Η φύση γύρω μας με καθηλώνει, και κοιτώντας εναν πατέρα που κρατάει το χέρι του γιου του απέναντι μας , κατακλύζομαι απο μια ιλιγγιώδη αίσθηση θνητότητας που προ πολλού δεν μπορώ να ξεφύγω. Η ομορφιά αυτή, που ούτε θεός δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, ειναι σχεδόν ασφυκτική. Η διαφορά μας, βέβαια, με τους θεούς, είναι πως αυτοί έπλασαν το καθετί όμορφο στα χέρια τους. Γιατί η ομορφιά που δεν μπορείς να πιάσεις, είναι μεγαλύτερη κατάρα απ´την ασχήμια. Δεν είναι εύκολο να πιστέψεις πως κάτι υπάρχει απλά για να υπάρχει. Να πίνεις τον καφέ σου στο μπαλκόνι σου χωρίς ν’αναρωτιέσαι που θα κατέληγες εάν πηδούσες από κάτω. Δεν είναι εύκολο να ζεις συμφιλιωμένος με τον θάνατο. Να τον φιλάς σαν παιδί σου και να τον νανουρίζεις πριν πέσει να κοιμηθεί.  Να βρεις νόημα σε μια αβεβαιότητα που κανένα τάμα ή προσευχή δεν θα σου λύσει. Πως μπορούν να τελειώνουν όλα τόσο άδοξα; Μακάρι να μπορούσα να απλώσω το χέρι μου, να αρπάξω την ομορφιά που μας περικλείει και να την καταπιώ. Να ξέρω πως όπου κι’αν πάω όταν όλα πια τελειώσουν, θα έχω έστω και για λίγο κρατήσει την χάρη του κόσμου στις άκρες των δακτύλων μου.