Αυτή η ζέστη του καλοκαιριού κάπως μας έχει λιώσει… Και δεν είναι καν αυτό το λιώσιμο το κάπως ωραίο του έρωτα. Είναι αυτό το “σου γαμάω ό,τι έχεις και δεν έχεις”. Καλοκαίρι στην Αθήνα και δε συμμαζεύεται. Τι να σου κάνει ένα πάρκο ελευθερίας και μία Βάρκιζα το σου κου; Και σαν να μην έφτανε που τηγανιζόμαστε με φόντο γκρίζες πολυκατοικίες, έρχεται ο Γιώργος ο Τσαλίκης να σου πει ξώφαλτσα από κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό «Σαντορίνη να γίνει η Ομόνοια» να σε κουφάνει. Κάτσε ρε Γιώργο Τσαλίκη! Για εσένα, δηλαδή, το ηλιοβασίλεμα στην καλντέρα και τα ασπρομπλέ σπιτάκια είναι το ίδιο με τη φθηνή πρέζα και τα κατουρημένα πεζοδρόμια;
Κι αυτό το γαμήδι το ερ κοντίσιον, δε λέω να το κλείσω. Να δω τι ρεύμα θα μου ‘ρθει τον επόμενο μήνα, τώρα που υπάρχει και κρίση λόγω των πολλαπλών πολεμικών μετώπων. Κι εκεί συνειδητοποιείς πως ενώ πεθαίνουν μωρά στην Παλαιστίνη, εσύ γκρινιάζεις για το εξτρά εικοσάρι που θα σκάσεις στην ΔΕΗ.
Μα είναι αυτή η προωθούμενη κουλτούρα, παιδί μου. Αυτή που σου λέει «υπάρχουν και χειρότερα». Μια φορά να κοιτάξουμε τα καλύτερα δε γίνεται; Να κοιτάξουμε αυτούς που τρώνε αστακούς με χρυσά κουτάλια και πάνε full season διακοπές στα πεντάστερα στη Σαντορίνη; Την κανονική, όχι αυτή του Τσαλίκη…
Γιατί εγώ πρέπει να ανακουφιστώ που -μέχρι στιγμής- δε με σκοτώνει κάποιος πόλεμος; Γιατί να είναι αχαριστία να επιθυμώ ν’ ανοίξω κι εγώ ένα σαβινιόν μπλανκ με θέα το ηφαίστειο; Να ξεσκάσω κι εγώ, βρε αδερφέ! Α, μπα! Εμείς θα περιοριστούμε στο σουβλατζίδικο της γωνίας, να πούμε πως το ρίξαμε έξω κι απόψε. Θα ευχαριστήσουμε θεούς και δαίμονες για ένα πίτα καλαμάκι απ’ όλα χωρίς κρεμμύδι. Κι αν τύχει και κανένα κοντινό ταξιδάκι (με βενζίνες βερεσέ, αλλιώς δε βγαίνει) νιώθουμε πως αναβαθμιζόμαστε. Σαν να αλλάζουμε τάξη ένα πράγμα.
Σε άλλα νέα, τις προάλλες βρέθηκα στην Επίδαυρο. Είδα Μαρμαρινό. Παραδίπλα μου η περιφερειακή μου όραση έκοψε Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη και δύο τρεις δημοσιογράφους, γνωστές φάτσες.
Το θέμα ήταν μια μαλακία περί της φιλοξενίας, παρμένο από την Οδύσσεια, αυτούσιο, χωρίς καμία διασκευή στα σημεία. Δε μου άρεσε! Βγήκαν εκεί μια Αρήτη ξώβυζη, ένας Αλκίνοος ζεν σαν μοναχός του Θιβέτ και ένας Οδυσσέας με μια Ναυσικά να μιλούν συλλαβιστά λες και μάθανε την Ελληνική σε κάποια βάρκα. Η Γιάννα, δε, ενθουσιάστηκε! Εμ βέβαια… Που να καταλάβει η Γιάννα τι σημαίνει άχρηστη παράσταση; Ένιωσε ποτέ η Γιάννα τι εστί οκτάωρο, πως βγαίνει το πενηντάρικο του πήγαινε έλα στις βενζίνες ή πως περνάς όταν στριμώχνεσαι στα αστικά, τα μετρό και τα πούλμαν; Έχει η Γιάννα δύσκολη καθημερινότητα για να νιώσει την ανάγκη να δει μια παράσταση που να την εκφράζει;
Που να εκφράζει τις πλέον αποστειρωμένες διαπροσωπικές σχέσεις ή την δυσκολία του εργάτη ή την φτώχεια; Ένιωσε η Γιάννα την φτώχεια;
Αφού, Γιάννα μου, τόσο πολύ σε συγκίνησε ο Μαρμαρινός με το μήνυμα του περί μίας φιλοξενίας που θα μας φέρει πιο κοντά και θα μας ξανακάνει ανθρώπους… Φιλοξένησέ με, Γιάννα μου, στο κότερό σου τώρα που ‘ναι και καλοκαιράκι… Έλα, Γιάννα μου, μήπως καταφέρω κι εγώ ν’ ανοίξω ένα σαβινιόν μπλανκ μπροστά στο ηφαίστειο που το ‘χω και καημό!
Οι κριτικές θριαμβευτικές. Πρόκειται περί αριστουργήματος. Κι αν πεις και τίποτα σε κανέναν κριτικό που ίσως να ‘χεις πιάσει φίλο, θα σου πει πως ήταν ψαγμένο και είχε αναφορές και είχε κι αλληγορίες και άντε γαμήσου κι εσύ κριτικέ που ίσως να ‘χω πιάσει φίλο. Δε θέλω, ρε μαλάκα κριτικέ, να έχω καταπιεί όλο το wikipedia για να καταλάβω μια παράσταση. Δεν έχω το δικαίωμα; Τι σκατά ευνουχισμός της τέχνης είναι αυτός; Δηλαδή για να καταλάβει κανείς τέχνη, πρέπει να έχει προϊστορία με άλλη εξίσου δύσκολη τέχνη; Κι αυτήν την προσλαμβάνουσα δύσκολη τέχνη θα την έχει καταλάβει;
Και ποια πρέπει να είναι η πρώτη τέχνη που θα εκλάβει; Από που αρχίζει το νήμα; Από ποια ταινία, ποιο βιβλίο; Κι αν δεν υπάρχει αρχή και εύκολη τέχνη, τότε τι; Θα βλέπουμε μια ζωή την δύσκολη
χωρίς να καταλαβαίνουμε, ελπίζοντας πως κάποτε ίσως καταλάβουμε κάτι;
Καλά τα έλεγε ο Μπρεχτ περί απλοποιημένου εκλαϊκευμένου θεάτρου. Μα πλέον για την βαριά ενδοφλέβια κουλτούρα των Μαρμαρινών, ο Μπρεχτ είναι ξεπερασμένος. Προτιμούν τον Όμηρο. Όπως και να το κάνεις, έχει πιο επίκαιρο σχόλιο για τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Κι ας γράφτηκε πριν τρεις χιλιάδες χρόνια η Οδύσσεια.
Αλλά πότε πάσχισαν οι Μαρμαρινοί να φέρουν τους εργαζόμενους στο θέατρο και στην Επίδαυρο; Γι’ αυτό τα δύο τελευταία χρόνια την κόψαμε την κωμωδία στο φεστιβάλ… Για να μη μαζεύεται η πλέμπα και στρεσάρεται το μνημείο. Έτσι κι αλλιώς, δεν είμαστε όλοι για όλα. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ο εργάτης και η εργάτρια να κάτσουν με το δεκατριάωρό τους. Η άνεργη νοικοκυρά που προσέχει κουτσούβελα να κάτσει με την Κατ Κεν. Τι θα καταλάβουν, άλλωστε, αυτοί από την σκηνοθετική πολυπλοκότητα των Μαρμαρινών; Αφού εμείς εδώ δεν κάνουμε θέατρο γι’ αυτούς. Εμείς εδώ κάνουμε θέατρο για την Γιάννα.

